Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019

Οι Σέρρες ήρθαν στην Αθήνα

    • Οι Σέρρες ήρθαν στην Αθήνα

Σήμερα ζήσαμε κάτι μοναδικό!!!
Κατέβηκα στο κέντρο της Αθήνας για μια χορευτική συνάντηση με μουσική από τις Σέρρες και χωρίς να το καταλάβω μέσα από τα στενά της  Πλάκας, έφτασα στο κέντρο του Μεταξουργείου. Εκεί που λες ότι η Αθήνα είναι μία αφιλόξενη πόλη, φτάνεις σε μια περιοχή της, συγκεκριμένα στο κέντρο του Μεταξουργείου και αισθάνεσαι σαν τις γειτονιές που μεγάλωσες. Μια γειτονιά της παλιάς Αθήνας, μια γειτονιά των περιχώρων της Αθήνας του ’50, τότε που οι άνθρωποι ήταν μια παρέα, μια οικογένεια, που ο ένας νοιαζόταν για τον άλλον, έβγαινε ο καθένας από το σπίτι του  και έλεγε καλημέρα στον γείτονα του και ας μην τον γνώριζε. Πραγματικά μοιάζει με χωριό!


Κανένας δεν ενδιαφέρεται εάν είσαι από την Δράμα ή την Θράκη, αν είσαι Πόντιος, μαύρος ή άσπρος, μιλάς ελληνικά ή όχι, εάν είσαι χριστιανός ή μουσουλμάνος,  το μόνο που ενδιαφέρει  είναι να είσαι άνθρωπος. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ζουν ο ένας δίπλα στον άλλον αρμονικά, κόντρα στις αντιλήψεις που θέλουν τους μετανάστες να είναι κακοί, βρόμικοι και άλλα τέτοια ρατσιστικά σχόλια. Εδώ αναπτύσσεται μία διαφορετική γειτονιά, που όλα είναι ανεκτά και αποδεκτά.  

Μας είπαν “Διαγωνισμός πίτας”, έτσι φτιάξαμε και εμείς μια, η Κατερίνα δηλαδή, είχαμε τη διάθεση να την μοιραστούμε με φίλους, που μας περίμεναν στο κτίριο τον αρχαιολόγων, εκεί που θα γινόταν το Σερραίικο γλέντι,  όμως… ο “διάολος” που λέγετε Μάριαν σε περιμένει στην στροφή. “ O Διαγωνισμός πίτας” γινόταν αλλού, λίγο πιο κάτω στο Μεταξουργείο.  

Αφήσαμε πίσω μας τις ψιλές πολυκατοικίες και φτάσαμε στη γειτονιά που τα σπίτια είναι χαμηλά και η δρόμοι στενοί, χωρίς πεζοδρόμια, έτσι ώστε ο γείτονας σου να βγαίνει από την πόρτα του και θέλεις δεν θέλεις του λες καλημέρα, χωρίς να το θες ακούς το κλάμα του διπλανού μωρού, το τραγούδι της γειτόνισσας που σκουπίζει το σπιτικό της και το απόγευμα όλοι τους βγάζουν μια καρέκλα και πίνουν τον καφέ τους στο δρόμο, εκεί  με τον γείτονα σου δίπλα δίπλα,  εκείνη την στιγμή είναι που βγαίνει και το τάβλι και όλη η γειτονιά γίνεται μια παρέα.

Εκεί σε αυτές τις ξεχασμένες  γειτονιές από τον χρόνο και από το βλέμμα των σύγχρονων Αθηναίων αναπτύσσεται μια γειτονιά πολυπολιτισμική, πολυεθνική, μια γειτονιά των φτωχών ανθρώπων,  αυτών που δεν θέλουν και δεν μπορούν να φύγουν από τον κέντρο της Αθήνας, έτσι μένουν και αναβιώνουν τις χαρές της παλιάς ξεχασμένης ζωής της γειτονιάς,  τότε που όλοι ήταν φίλοι και αγαπημένοι, εκεί σε αυτήν την γειτονιά αναπτύσσεται μια αλληλεγγύη πρωτοφανής και πρωτότυπη. 

    • Ένας διαγωνισμός πίτας με έπαθλο ένα χαμόγελο

Με πρόσχημα τον διαγωνισμό σπιτικής πίτας, όλες οι νοικοκυρές έφτιαξαν από μια πίτα προκειμένου να την προσφέρουν στο κοινό τραπέζι που στήθηκε στον δρόμο, ναι …στον κέντρο του δρόμου, έδιωξαν τα αυτοκίνητα και έστησαν ένα τραπέζι από την μία γωνιά του δρόμου μέχρι την άλλην, με τραπεζομάντιλα παρακαλώ, κατέβασαν και την καρέκλα που είχαν από το σπίτι τους, έβγαλαν στον δρόμο και την ψησταριά τους και άρχισαν να ψήνουν και να προσφέρουν στον κόσμο ότι είχαν. Άναψε και την φου φού του ο “Άλλος Άνθρωπος” και άρχισε να μαγειρεύει, και όλη η γειτονιά έγινε μια παρέα.

Από κοντά η σχολή κρουστών της πιο κάτω γειτονιάς με τα τύμπανα τους, να συμπληρώνουν την καρναβαλική διάθεση και ο χορός να αρχίζει χωρίς σταματημό, το κρασί να ρέει και όλοι να  έχουν ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, τα ποτήρια μπορεί να ήταν πλαστικά αλλά τσούγκριζαν με την καρδιά τους και ο θόρυβος να είστε βέβαιοι πώς ήταν μεγαλύτερος και δυνατότερος.

Σ’ αυτή τη γειτονιά μας έφερε ο διαγωνισμός χειροποίητης πίτας, την Κυριακή που μας πέρασε και από δρόμο σε δρομάκι και μέσα από τα στενά του Μεταξουργείου και του Κεραμικού φτάσαμε στην οδό “Σφακτηρίας”, με το που στρίβουμε από την οδό “Θερμοπυλών” την εικόνα που συναντήσαμε δεν την πιστεύαμε στα μάτια μας, όλη η γειτονιά στο πόδι, με το τραπέζι να πιάνει από την μια γωνιά μέχρι την άλλη και με το χαμόγελο του  ο ‘‘Άλλος Άνθρωπος” να σε περιμένει και να σε καλεί να συμμετέχεις στο κοινό τραπέζι της γειτονιάς. Eκείνη την στιγμή  είπαμε, “εδώ είναι ο διαγωνισμός πίτας;  Eδώ θα συμμετέχουμε και εμείς” . Αδιαφορώντας για το έπαθλο, άλλωστε το έπαθλο ήταν το χαμόγελο των ανθρώπων που συμμετείχαν και τα χαμόγελα ήταν πολλά και ας μην τα γνωρίζαμε και το χαρήκαμε πραγματικά.   

    • Το καρναβάλι του Μεταξουργείου και του Κεραμικού 

Αυτό που σας περιγράφω τόση ώρα, είναι το καρναβάλι, είναι μία αυτόνομη αυθόρμητη πρωτοβουλία των κατοίκων τις ευρύτερης περιοχής του Μεταξουργείου.  Εγώ θα το έλεγα το καρναβάλι των φτωχών ανθρώπων, που όμως αυτοί ξέρουν να γλεντούν να διασκεδάζουν, αυθόρμητα, ελεύθερα, πραγματικά, χωρίς αναστολές και μικροαστικές φοβίες και  χωρίς τους καθώς πρέπει τρόπους και τις αναστολές των σύγχρονων νεοελλήνων της μεζονέτας.

    • Ο Άλλος Άνθρωπος

 Ο ‘‘Άλλος Άνθρωπος” είναι κοντά σε όλα αυτά με την αμέριστη υποστήριξη του σε υλικά και προσφορά,  ο Κώστας, γιατί αυτός είναι η ψυχή και η καρδιά του “Άλλος Άνθρωπος” έχει μια αγκαλιά για όλους, είναι η ψυχή του καρναβαλιού, αυτός συμμετέχει στην διοργάνωσή και την εκτέλεση των δράσεων, η διοργάνωση έχει ξεκινήσει  όπως και οι προετοιμασίες μέσα από συνελεύσεις της γειτονιάς από τα Χριστούγεννα, με όλα τα παιδιά και όλες τις κοινωνικές ομάδες της ευρύτερης περιοχής να οργανώνουν το κάθε τι,  που θα γίνει, και πώς θα γίνει. Όλα αυτά βέβαια με την συμμετοχή όλων των κατοίκων του Μεταξουργείου, και όπως μου είπε, η επόμενη συνάντηση τους είναι στης 3/3  και πάλι Κυριακή αρχίζοντας από το πρωί και το γλέντι τους να κρατά μέχρι το βράδυ, χωρίς σταματημό, μην το χάσετε γιατί θα χάσετε κάτι μοναδικό. 

    • Η Αγία Φανφάρα 
Αφού φάγαμε και την πίτα μας και τις άλλες, πιάσαμε ψιλή κουβεντούλα με τα παιδιά της “Πέρπερούνας”. Το μάτι μου έπεσε  στο διπλανό οικόπεδο, το μοναδικό που δεν έχει πολυκατοικίες. Μέσα σε ένα  πράσινο “χαλί” από αγριόχορτα από τις πρόσφατες βροχές, τα παιδιά με τα τρομπόνια, τα κόρνα, τις τρομπέτες, και τα νταούλια ζεσταίνονταν…… παρακαλώ να σας συστήσω την “Αγία Φανφάρα” μια ομάδα κρουστών και χάλκινων οργάνων, κατά τα πρότυπα των χάλκινων των Βαλκανίων και της Μακεδονίας. 

Δεν πρέπει να έχει ένα χρόνο που συγκροτήθηκε και έχει τέτοια δυναμική, που μετά τα Χριστούγεννα συμμετείχε στο διεθνές φεστιβάλ χάλκινων και κρουστών που γίνεται κάθε χρόνο στα Ραγκουτσάρια της Καστοριάς. Αυτοί ήταν και ο λόγος για το πρόσφατο ταξίδι μας στην Καστοριά. Η “Αγιά Φάνφάρα” συγκροτήθηκε από άνεργους και από ερασιτέχνες μουσικούς και λάτρεις των χάλκινων οργάνων, ένα μεγάλο μέρος τους μένει στο Μεταξουργείο και έχουν αγκαλιάσει και αυτοί την υπόθεση του καρναβαλιού. Πρόσφατα  παρουσιάστηκε μια ταινία για την ζωή και την δράση της “Αγίας Φάνφάρας” στο Μεταξουργείο στο θέατρο ΕΜΠΡΟΣ, αυτή η ταινία λοιπόν είναι αποτέλεσμα δουλειάς άνεργων σκηνοθετών και φωτογράφων και το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό.

Την μουσική μπάντα των ανέργων και ερασιτεχνών μουσικών ακολουθεί ένα πλήθος ανθρώπων που του αρέσει η μουσική, ο χορός, το τραγούδι, το γλέντι, και γενικώς είναι ένας μουσικός  τρόπος να ξεφεύγουν από τα προβλήματα της καθημερινότητας μέσω του χορού και της μουσικής.

Όλοι αυτοί οι μουσικοί τώρα έχουν ένα χάλκινο όργανο στα χέρια τους και πολλή αγάπη για την μουσική στην καρδιά τους, πάνω σε αυτό το φυσικό “πράσινο χαλί” με το όργανο τους στα χέρια, σε ένα περιβάλλον από χαλάσματα αρχίσαν να παίζουν τσιγγάνικες μελωδίες. Όλος ο κόσμος που βρισκόταν στο τραπέζι άρχισε να μαζεύεται γύρω τους και να χορεύει στους ρυθμούς τους. Όσο πέρναγε η ώρα και ο ρυθμός δυνάμωνε μεγάλωνε και η χορευτική διάθεση του κόσμου που συμμετείχε, μέσα σε λίγη ώρα όλοι, μουσικοί και καρναβαλιστές  είχαν γίνει μία παρέα και ο Κώστας με το ασκί του κέρναγε τους χορευτές με ρακί. Το γλέντι συνεχίστηκε μέχρι το σούρουπο,  τους αφήσαμε μέσα στην χαρά και το κέφι και φύγαμε για το κτίριο των αρχαιολόγων μία και το Σερραίικο γλέντι μάς περίμενε. 

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

Ένα ταξίδι στα χωριά του κάβο ντόρο: το φαράγγι του Αγίου Δημητρίου



Ένα ταξίδι στα χωριά του κάβο ντόρο: το φαράγγι του Αγίου Δημητρίου 


Χτες απόγευμα γυρίσαμε από ένα 3 ήμερο εκδρομικό ντελίριο στα χωριά του κάβο ντόρο, με αφορμή μια ορειβατική ομάδα που είχε διοργανώσει την κατάβαση του φαραγγιού του Άγιο Δημήτρη είπαμε και εμείς αντί να το κατεβούμε να πάμε να στήσουμε την σκηνή μας κάτω στην παραλία, από τον υπεύθυνο της ομάδας μάθαμε πώς κάτω στην παραλία έχει δυο καντίνες, νερό για ντους και τουαλέτες, δηλαδή ότι χρειάζεται για να λέγετε το ελεύθερο κάμπινγκ οργανωμένο.

Ξεκινήσαμε απόγευμα και σιγά σιγά φτάσαμε σχεδόν σούρουπο στην παραλία, μόλις ο ήλιος αρχίζει να κρύβεται στο πλευρά του φαραγγιού, “να σε βοηθήσω” η φιλική συμμετοχή ενός παλικαριού που γνώριζε την ανικανότητα των γυναικών προσφέρθηκε για βοήθεια, η Κατερίνα όταν στήνω την σκηνή δεν “υπάρχει”, όταν την στήσω και μετά είναι παρών, κατά την διάρκεια του στησίματος είναι πνευματικά απούσα, σωματικά απλά με κοιτά χωρίς να κάνει τίποτα, ιδρωμένος και λίγο αγχωμένος να μην με πιάσει η νύχτα έχω τελειώσει το στήσιμο.

Αυτή η σκηνή που αγόρασα φέτος είναι ευρύχωρη και καλοκαιρινή, αλλα έχει ενα ελάττωμα, ο πάτος της είναι ψιλός και λεπτός, ένα λεπτό ύφασμα όπως και τα πλαϊνά, έτσι που με κάνει να τον προσέχω ιδιαίτερα, στην Αμοργό είχα μαζί μου ένα νάιλον χοντρό που το έβαζα από κάτω εδώ δεν το έχω μαζί μου έτσι αναγκάστηκα να εφαρμόσω μια άλλη τεχνική, έβαλα τα καριμαρ, τα στρώματα που βάζουμε από κάτω για να είναι μαλακά τα έβαλα κάτω από την σκηνή, έτσι ώστε το λεπτό νάιλον να μην το διαπεράσει κανένα αιχμηρό αντικείμενο, “να βάλω τα σεντόνια τώρα”, η Κατερίνα τον νου της τον είχε στις λεπτομέρειες, είναι αλήθεια ότι είναι υπεύθυνη σε ότι αφορά το εσωτερικό της σκηνής μας, όλα τα εξωτερικά το στήσιμο και την συντήρηση της σκηνής τα έχω αναλάβει εγώ.

Στο εκκλησάκι του Αγίου Ηλία στους Καλημεριάνους


Στο εκκλησάκι του Αγίου Ηλία στους Καλημεριάνους 
Ξημερώματα, προχθές ήταν του Αγ Ηλία, πήγαμε όλοι στο ξωκλήσι του στο κάτω μέρος του χωριού ήταν όλοι οι κατά κάποιο τρόπο νέοι και ζωντανή άνθρωποι του χωριού μόνιμοι, και αυτοί του καλοκαιριού, εκεί θυμήθηκα τον Βαγγέλη μερικούς μήνες πριν πεθάνει, με είχαν ενημερώσει από το νοσοκομείο ο γιατρός που τον παρακολουθούσε, ο Βαγγέλης έχει πέντε μήνες ζωή!!!!!! Όχι περισσότερο, το είπα στον αδερφό του πατέρα μου και στους πόλοι δικούς μου ανθρώπους, στους γονείς μου δεν είπα τίποτα, τι να τους έλεγα; ο Βαγγέλης πεθαίνει!!! Πως να το πεις; το σκεφτόμουν, αποφάσισα να μην τους πώς τίποτα, άστο λέω, σιγά σιγά όταν έρθουν τα χειρότερα θα το πω, θα βρω τον τρόπο σκέφτηκα.


Είχα μια διάθεση να ανέβω στο χωριό να τους δω, εκείνοι στον μακάριο τρόπο ζωής τους, είχαν εγκατασταθεί εδώ και χρόνια μόνιμα στο χωριό, με της ανέσεις τους, με το αμπελάκι του ο πατέρας μου, η μάνα μου με τις φίλες και την γειτονιά τους, μέσα στην ηρεμία τους σχεδόν εμάς μας είχαν ξεχάσει, εγώ είχα την οικογένεια μου και ο Βαγγέλης της δουλειές που είχε αναπτύξει στον σύλλογο του και στην ομοσπονδία των παιδιών με μεσογειακή αναιμία, η ημέρα του ήταν γεμάτη πάντα, και αν καμία μέρα η κανένα απόγευμα δεν είχε τι να κάνει εγώ ήμουν δίπλα, ένα τηλέφωνο και είτε εγώ πήγαινα επάνω, είτε αυτός ερχόταν κάτω και βρισκόμαστε, τέλος πάντων είχε ο ένας τον άλλον, εγώ πάλι ένιωθα πώς είχα ένα ακόμα μεγάλο παιδί και πάντα το βράδυ τον έψαχνα όπου και αν βρίσκεται.


“Έλα τη θέλεις;” μου έλεγα όταν τον αναζητούσε στο τηλέφωνο. Αφού έμαθα τα άσχημα μαντάτα ήθελα να πάω στο χωριό να δω την μάνα μου περισσότερο, να μιλήσουμε νοερά, να τους δω λίγο, “πώς είναι ο Βαγγέλης;” με ρώτησε όταν πήγα, “καλά είναι, εντάξει όλα!!” τη να της έλεγα; σε αυτές τις ηλικίες οι άνθρωποι δεν αντέχουν μεγάλες συγκινήσεις, έτσι δεν είπα τίποτα για αυτά που μου είπε ο γιατρός, ούτε πως ο Βαγγέλης έχει καρκίνο στο συκώτι και ότι πεθάνει σε πέντε μήνες, εγώ ήμουν όλο χαμόγελα, “σήμερα είναι του Άι Ηλιά και θα πάμε στο ξωκλήσι θα έρθεις; έλα λίγο και μετά φεύγεις,” έτσι πήγα μαζί τους στο εκκλησάκι του Άι Ηλιά


Η θέση του είναι μέσα στα χωράφια περιτριγυρισμένο με ελιές και άγρια βλάστηση, και μέσα από την χαράδρα στο βάθος βλέπεις την θάλασσα, μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο, τη όμορφη φύση! και είμαστε μέσα στο καλοκαίρι, και ο Βαγγέλης παθαίνει!!! Μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια βλέποντας την φύση και την απεραντοσύνη να ανοίγετε μπροστά μου, πίσω μου ο Παππάς με τους πιστούς έψελναν τα ανάλογα τροπάρια, σκούπισα τα δάκρυα μου και έσμιξα με τους άλλους πιστούς, εκεί ήταν και η μητέρα μου, βλέπω το βλέμμα της να με καρφώνει!!! Κοιτάζοντας με στα μάτια, την ένιωθα πως προσπαθούσε να μαντέψει αυτά που δεν τις έλεγα, εκείνη την στιγμή ένιωθα πώς κατάλαβε αυτό που δεν τις έλεγα, σίγουρα είδε τα μάτια μου κλαμένα και λίγο κόκκινα και με το ένστικτο της μάνας κατάλαβε ότι εγώ δεν μπορούσα να τις πω.


Έχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε, τον Βαγγέλη τον έχουμε θάψει στο χωριό που πάντα ερχόταν για να χαλαρώσει, να γράψει, και να σκεφτεί Ακόμα μια φορά είμαι στο ξωκλήσι του Άι Ηλία, ο πατέρας μου και η μητέρα μου κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερη και συνεχίζουν να έρχονται, το ίδιο και εγώ με την γυναίκα μου τώρα, μέσα στο ίδιο όμορφο σκηνικό όπως και τότε, σήμερα με άλλου είδους προβλήματα, όχι βέβαια τέτοιου μεγέθους και καθόλου τραγικά, σήμερα είμαι πιο γαλήνιος και πιο ήρεμος, απολαμβάνω το τοπίο και τους ψαλμούς που ακούω από τον παπά Γιάννη τον παιδικό φίλο του γιου μου του Νικόλα με τελείως διαφορετικές πορείες ο ένας από τον άλλον εδώ στο εκκλησάκι του Αγίου Ηλία στους Καλημεριάνους
Κώστας Στουμπιάδης 
Καλοκαίρι στο χωριό πρωί 5,20 14/7 2017

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Το Ταβερνάκι του Μπίλια και οι Τοιχογραφίες του




 Το Ταβερνάκι του Μπίλια και οι Τοιχογραφίες του

Ήταν γύρω στα 1980, ένα ταβερνάκι στην Καλογρέζα δίπλα στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγή είχε γίνει τότε το στέκι μας. Όταν ξαναπήγα μετά από καιρό, στο ταβερνάκι που βρισκόταν δίπλα από την τότε ξύλινη εκκλησία των προσφύγων, δεν πήγα για να δοκιμάσω τους πολίτικους μεζέδες της ταβέρνας, άλλα για να ξανά θυμηθώ και να θαυμάσω τις υπέροχες τοιχογραφίες αυτής της ταπεινής και μικρής ταβέρνας προσφύγων και ανθρακωρύχων.
Και οι δυο της τοίχοι ήταν απ’ άκρη σε άκρη μια τεράστια τοιχογραφία, πιθανά κάποιος μερακλής πρόσφυγας, ίσως και κάποιος περαστικός καλλιτέχνης, τις ζωγράφισε με αντίτιμο το φαγητό του και το βραδινό του κρασάκι, θέλοντας και ο ίδιος να κρατήσει τις εικόνες από την Πόλη που άφησε πίσω του και τις χαμένες πατρίδες, ζωγράφισε περισσότερο με την καρδιά του και ολιγότερο με το πινέλο του όλον τον Κεράτιο κόλπο και την Αγιά Σοφία, τον Ιππόδρομο και όλα τα παραλιακά μέγαρα της εποχής του, όπως εκείνος τα είχε στο μυαλό του, έτσι που να τα βλέπουν οι άλλοι πρόσφυγες και να θυμούνται τι άφησαν πίσω τους.

Όταν τις είχα πρωτοδεί είχα εντυπωσιαστεί, ερασιτέχνης φωτογράφος εκείνο τον καιρό και μονίμως εραστής της τέχνης, είχα πει αυθόρμητα ότι κάποια μέρα θα επέστρεφα να τις φωτογραφίσω, την υπόσχεσή μου την είχα σχεδόν ξεχάσει….. έτσι εκείνη την ημέρα απλά πήγα με σκοπό να ξαναδώ αυτήν την ταπεινή ταβέρνα, να πιω ένα καφεδάκι και να ξαναδώ τις τοιχογραφίες, πλησιάζοντας όμως είδα συνεργεία να βγάζουν πράγματα, μπάζα παντού, εργάτες να πηγαίνουν και να έρχονται! Μπήκα μέσα και είδα δύο τεχνίτες με λινάτσες στα χέρια τους, τις οποίες κολλούσαν πάνω στις τοιχογραφίες με σκοπό να τις αποκολλήσουν από τον τοίχο της ταβέρνας, να τις πάρουν πριν κατεδαφίσουν το ταβερνάκι, απ ότι μου είπαν ήταν από τον Δήμο Νέας Ιωνίας, είχαν αναλάβει λέει να ξεκολλήσουν τους σοφάδες που ήταν επάνω οι τοιχογραφίες και να τις μεταφέρουν στο Δήμο, χωρίς να γνωρίζουν και οι ίδιοι την τύχη των τοιχογραφιών.

Εκείνη την στιγμή σκέφτηκα, ήρθε η ώρα να κάνω πράξη την υπόσχεση μου, να φωτογραφίσω τις τοιχογραφίες, λίγο πριν τις βγάλουν, λίγο πριν τις ξηλώσουν από τους τοίχους, εκεί που ήταν και στέκονταν για πάνω από 60 χρόνια, εκεί που τις είχαν δει χιλιάδες μάτια προσφύγων, και σίγουρα κατανάλωσαν πολλά κιλά κρασί για να σβήσουν των πόνο τους βλέποντας τες. Με τα φωτογραφικά μέσα που διέθετα εκείνο των καιρό χωρίς ιδιαίτερους φωτισμούς παρά μόνο τον φυσικό φωτισμού της άδειας ταβέρνας που κατεδαφιζόταν, τράβηξα αυτές τιςφωτογραφίες που βλέπετε.

Εκείνο τον καιρό δεν υποψιαζόμουν καθόλου την πιθανή εξέλιξη τους, δεν πέρναγε τότε από το νεανικό μου μυαλό τι πορεία θα είχαν αυτές οι τοιχογραφίες, το που θα αποθηκεύονταν, αν θα τύγχαναν της ανάλογης φροντίδας που τους έπρεπε, ή ακόμη αν θα καταχωνιάζονταν σε κάποιο υπόγειο και δεν θα τις ξανά έβλεπε κανένας. Αυτό που δεν μου πέρασε καθόλου από το μυαλό ήταν πώς αυτός ο καλλιτεχνικός λαϊκός πλούτος που στέκονταν εκεί και τον θαύμαζαν όλοι οι πρόσφυγες που πέρναγαν από την ταβέρνα έστω και για λίγο, θα μπορούσε να χανόταν, η και να κατέληγε σε κάποια ιδιωτική συλλογή κάποιου βαθύπλουτου, με τον πιο παράνομο τρόπο και να μην μπορούσε κανείς να τον ξανά δει.

  • Το ψάξιμο αρχίζει
Ειδικοί άνθρωποι σκέφτηκα είναι, ξέρουν τη δουλειά τους, θα τα αναδείξουν σε ένα μουσείο, σε κάποια αίθουσα του Δήμου, και έτσι θα τα απολαμβάνουν όλοι οι πολίτες! Θα πείτε υπερβολική αισιοδοξία, αφέλεια; νεανικότητα; άγνοια; έχω ακόμα ενοχές γι’ αυτό, μα έτσι έχουν τα πράγματα. Έχουν περάσει 35 χρόνια από τότε, το λέω και το ξανά λέω στους φίλους μου για μια ταβέρνα που πέρναγαν τις ελεύθερες ώρες τους οι πρόσφυγες της Καλογρέζας και κανείς δεν ξέρει τίποτα, έχουν αρχίσει όλοι να ξεχνούν, μόνο μερικοί κάτοικοι της γύρω περιοχής θυμούνται το ταβερνάκι του “Μπίλια” έτσι έλεγαν το ταβερνάκι με τις τοιχογραφίες δίπλα στην Εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής.

Φίλοι και γνωστοί φωνάζουν!! να βγάλουμε τις φωτογραφίες στην επιφάνεια, να αρχίσουμε να ψάχνουμε, τι έγιναν οι τοιχογραφίες από το ταβερνάκι του Μπίλια; που τις έχει ο Δήμος καταχωνιάσει; γιατί δεν τις έχουμε δει πουθενά τόσα χρόνια;

Μία πρώτη σκέψη ήταν να ανοιχτεί το θέμα σε «Δικτυακούς» φίλους και γνωστούς, στο «Facebook» έτσι ώστε οι νεώτεροι να μάθουν την ιστορία, να δουν τις φωτογραφίες, να αρχίσει ένας διάλογος για το εάν γνώριζε κάποιος άλλος τίποτε για την ταβέρνα του «Μπίλια» και τις τοιχογραφίες της. Φίλοι και παιδιά προσφύγων συμμετέχοντας στον δικτυακό διάλογο, έγραψαν πώς οι παππούδες τους συμμετείχαν στο κτίσιμο τις εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής, σύμφωνα με τα γραφόμενα τους ήταν ακόμη παιδιά όταν οι γονείς τους τους πήγαιναν στην ταβέρνα του Μπίλια και θυμούνται και αυτοί τις τοιχογραφίες, μόνο που κανείς τους δεν είχε βγάλει ούτε μια φωτογραφία εκείνη την εποχή.

Επόμενη στάση τις προσωπικής μου έρευνας ήταν στους εναπομείναντες πρόσφυγες προχωρημένης ηλικίας , ο κυρ Κυριάκος και η κυρία Βούλα μου έδειξε το σπίτι των παιδιών του Μπίλια, είχε δυο, μόνο που το ένα μας άφησε χρόνους και το άλλο έφυγε για να κάνει πατρίδα του την Κέρκυρα.

Μου ήρθαν στο μυαλό οι φωτογράφοι τις περιοχής, πώς δεν τους είχα σκεφτεί; Όμως οι φωτογράφοι εκείνης της εποχής είτε είχαν πεθάνει είτε είχαν συνταξιοδοτηθεί, το φωτογραφείο το έχουν αναλάβει τα παιδιά τους, έτσι η πρώτη μου στάση ήταν στη πλατεία αναπήρων, το διάσημο καλογρεζιώτικο φωτογραφείο το «ΦΩΤΟ ΠΑΛΛΑΣ» όπως λέγεται. Ένα ψηλό και γεροδεμένο παλικάρι μου τόνισε πως ο κύκλος εργασιών του δεν συμπεριελάμβανε την περιοχή της Ζωοδόχου Πηγής, τότε σκέφτηκα ότι ίσως ο «Ναυπλιώτης» θα γνώριζε περισσότερα!

Όμως και το φωτογραφείο του κυρίου Ναυπλιώτης τα ίδια, ο γιος έχει αναλάβει το φωτογραφείο και δεν ξέρει τίποτα, άλλα και ο πατέρας που τον βρήκα στο διπλανό καφέ να συζητά με τους φίλους του, μου δήλωσε ότι το μόνο που δεν είχε σκεφτεί ήταν να φωτογραφίσει το ταβερνάκι του Μπίλια και τις τοιχογραφίες που είχε μέσα και πως το μόνο που είχε φωτογραφίσει ήταν η παλιά εκκλησία λίγο πριν την γκρεμίσουν, τίποτε άλλο από γάμους και πάλι γάμους.

  • Μία επίσκεψη στο Δήμο κρίνεται απαραίτητη
Στην είσοδο του Δημοτικού Μεγάρου στις πληροφορίες υποβλήθηκα στο τυπικό έλεγχο, Τι να περιγράψεις; Για ταβέρνες ξεχασμένες; Τι να πρώτο εξηγήσω; Ευτυχώς έπεσα επάνω σ’ έναν συνομήλικο που είχαμε κοινές εμπειρίες και βιώματα, “ναι το θυμάμαι το ταβερνάκι και τις τοιχογραφίες του, θυμάμαι πως ο Δήμος έστειλε συνεργεία και πήραν της τοιχογραφίες, μόνο που δεν ξέρω εάν ήταν από τον Δήμο η από άλλη υπηρεσία, πιθανά από το Υπουργείο Πολιτισμού”.
Χαίρομαι που βρίσκω έναν άνθρωπο που γνωρίζει λεπτομέρειες και ας μην είναι σε διοικητική θέση. Τον ρώτησα πώς τα γνώριζε όλα αυτά και εκείνος μου απάντησε ότι ήταν από την περιοχή και επί πλέον τύγχανε να τα γνωρίζει λόγο της πολυετής του σχέσης με τον Δήμο. Και ο ίδιος αναρωτιόταν μαζί μου για την τύχη των τοιχογραφιών, μου πρότεινε να πάω στον αντιδήμαρχο Πολιτισμού στο κτήριο επί της Ηρακλείου.

Η επίσκεψη στο γραφείο του Αντιδημάρχου των πολιτιστικών θεμάτων ήταν περισσότερο κατατοπιστική για τον Αντιδήμαρχο και ολιγότερο για μένα, είναι αλήθεια πώς την καλή πρόθεση της Δημοτικής αρχής και των εκπροσώπων της κανείς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει και προσωπικά δεν αμφιβάλω πώς θα κάνει ότι μπορεί ώστε να μάθουμε όλοι μας για την τύχη των συγκεκριμένων τοιχογραφιών της ταβέρνας του Μπίλια, προσωπικά μου υποσχέθηκε ότι θα με ενημερώσει μόλις θα έχει πληροφορίες για την τελική τους τύχη.

ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ
Η συμβουλή ενός φίλου ήταν να απευθυνθώ στο ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ, Όμως τιείναι το ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ; Είναι το Κέντρο Ανάδειξης του Μικρασιατικού Πολιτισμού. Με την προτροπή του φίλου βρέθηκα στα γραφεία του Συλλόγου να συζητώ, να ενημερώνομαι και παράλληλα να ενημερώνω για το υλικό των φωτογραφιών και για τις πληροφορίες που είχα συγκεντρώσει γύρω από το θέμα των τοιχογραφιών.

Θεωρώ πια πως είναι καιρός να μοιραστώ όλες τις πληροφορίες, φωτογραφίες και μνήμες, που έχω συγκεντρώσει και φυλάξει, όχι μόνο με τους δικτυακούς μου φίλους, αλλά και με ανθρώπους που έχουν μια βαθύτερη γνώση γύρω από τα ζητήματα του Μικρασιατικού πολιτισμού και ασχολούνται συστηματικά με την έρευνα και την ανάδειξη τέτοιων ζητημάτων. Αυτό που ζητώ εγώ προσωπικά και νομίζω και όσοι ασχολούνται με τα ζητήματα της ιστορικής μνήμης είναι, αφενός να γίνουν ευρύτερα γνωστές οι φωτογραφίες αυτών των ξηλωμένων τοιχογραφιών και αφετέρου να προσπαθήσουμε όλοι μαζί για την εύρεση τους, να μάθουμε για την τύχη τους, που μπορεί να εκτίθενται σήμερα, με σκοπό να τις επισκεφθούμε και να τις ξαναδούμε, όχι μόνο εμείς που ενδιαφερόμαστε άλλα και όλοι οι πολίτες των ευρύτερων περιοχών….. παιδιά προσφύγων και μη.
Κώστας Στουμπιάδης 

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Μέρες Πολυτεχνείου


Μέρες Πολυτεχνείου
έχω ακούσει ότι στην Αθήνα την προηγούμενη νύχτα έχουν γίνει φασαρίες με τους φοιτητές στο πολυτεχνείο και ένα τανξ μπήκε από την πύλη μέσα σκοτώνοντας κόσμο και φοιτητές, θέλω να μάθω; να δω τη γίνεται; τη συμβαίνει στην πόλη μου όσο εγώ ήμουνα φαντάρος; παίρνω το λεωφορείο και κατ ευθείαν για το τέρμα, τότε το τέρμα όλων των γραμμών των λεωφορείων είναι στο κέντρο δηλαδή στην πλατεία Κάνιγγος, εκεί ας με πάει και μετά βλέπω τη θα κάνω σκέφτομαι, το λεωφορείο σταματά αναγκαστικά, λέει ο οδηγός τού Λεωφορείου, δεν μπορώ να συνεχίσω πιο πέρα, απαγορεύετε μας λέει, μέχρι την Αλεξάνδρας στο ύψος τής σημερινής ΓΑΔΑ τότε φυλακές Αβέρωφ.

Κατεβαίνω σιγά σιγά με τα πόδια, ο κόσμος αραιός δεξιά και αριστερά στον δρόμο, αρχίζω να καταλαβαίνω τον λόγο, ανεβαίνουν από το κάτω μέρος τής Αλεξάνδρας σε όλο το μήκος και στα δύο ρεύματα τού δρόμου αστυνομική, με τα όπλα τους και ρίχνουν με αληθινά πυρά στους ανθρώπους πού βρίσκουν μπροστά τους χωρίς διάκριση και χωρίς έλεγχο, έφτασαν ως το σημερινό ΙΚΑ και γύρισαν πίσω, ο κόσμος σιγά σιγά άρχισε να κατεβαίνει κάτω, με μεγάλη προσοχή και εγώ κατέβαινα προς την Πατησίων, όταν έφτασα στην διασταύρωση Αλεξάνδρας και πατησιών δεν πίστευα στα μάτια μου αυτό πού έβλεπα, είδα ρημαγμένα μαγαζιά, διαλυμένες σχεδόν λιωμένες ζαρντινιέρες, κάδους σκουπιδιών καμένους, και διαλυμένα περίπτερα, ο κόσμος δεν κινείτο παρά μόνο για να δει αυτά πού είχαν γίνει την προηγούμενη βραδιά, έτσι τουλάχιστον νόμιζα στην αρχή, μαγαζιά διαλυμένα και τρυπημένα τα τζάμια και οι τοίχοι τους από τής σφαίρες τής προηγούμενης βραδιάς, ροδιές από τάνξ, διαλυμένα αυτοκίνητα από την επέλαση τους, τα σημάδια ήταν εμφανή παντού.

Στην Ηπείρου και πατησιών ήταν τότε ένα μαγαζί με πρόχειρο φαγητό, οι τείχη και τα δοκάρια πού ήταν επενδεδυμένα από αλουμινοκατασκευή, η κατασκευή αυτή ήταν διάτρητη με τρύπες από σφαίρες της προηγούμενης βραδιάς, στην ίδια γωνιά ακριβώς απέναντι, πού οδηγήσει προς στην κυψέλη και στην Δροσοπούλου η δεξιά γωνιακή πολυκατοικία από τούς ορόφους έριχναν στους περαστικούς τρόφιμα άλλα και ρουχισμό, τότε κατάλαβα ότι και αυτοί πού ήταν κάτω στον δρόμο εκείνη την στιγμή δεν ήταν απλά περαστική όπως και εγώ, αλλά κόσμος που προσπαθούσε να κρυφτή, και έψαχνε κάτι να φάει, γιατί ήτανε κριμένη από το βράδυ, και τώρα άρχισαν σιγά σιγά σιγά να ξεμυτούν από τής κρυψώνες τους, εγώ απλά έβλεπα αυτά πού γίνονται μπροστά στα μάτια μου.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Βαγγέλης και το Μηχανάκι του, στο Κουρταλιώτικο Φαράγγι

στο Ποτάμι της άγιας Ρουμέλης  Φαράγγι Σαμαριάς
Βαγγέλης και Δώρα στη Μονή Πρέβελη και Κουρταλιώτικο Φαράγγι 

Τα έχω μπερδέψει λίγο στο μυαλό μου και νομίζω πώς ο Βαγγέλης είχε τότε στην Κρήτη μαζί του το μηχανάκι που πρόσφατα είχε αγοράσει και το χρησιμοποιούσε στην Αθήνα, ένα μηχανάκι μάρκας fantic Motor, ένα μικρό μηχανάκι πρέπει να ήταν 50 κυβικά δίχρονο, δώσαμε μάχη στο σπίτι για να το πάρει, εγώ είδη είχα το δικό μου μηχανάκι μάρκας Carelli και αυτό 50 κυβικά, ο Βαγγέλης πήγαινε κάθε μέρα στην Αθήνα για δουλειά με το τρένο και στην συνέχεια λεωφορείο και περπάτημα, έτσι ήθελε ένα δικό του μέσον, το πάλευε και ο ίδιος μα οι γονείς μου λόγο της αρρώστιας του και του ευαίσθητου οργανισμού του συνεχώς τού έλεγαν όχι, μου ζήτησε την αδελφική μου συνδρομή
-θέλω να πάρω μηχανάκι και δεν με αφήνουν, μου λέει μια ημέρα,
-θα το πούμε στον μπαμπά το βράδυ του λέω, όταν φτάσαμε στο σπίτι ένα βράδυ οι γονείς μου κοιμόντουσαν, εγώ έξω από το δωμάτιο του πατέρα μου μαζί με τον Βαγγέλη του φωνάζω,
-μπαμπά ο Βαγγέλης θα πάρει μηχανάκι!!!!
-φοβάμαι μην πέσει ρε παιδί μου και χτυπήσει, και μετά θα έχουμε άλλα ντράβαλα, αυτό φοβάμαι τίποτε άλλο,
-θα προσέχω ρε μπαμπά, απαντά ο Βαγγέλης,
-θα πάρει και θα προσέχει, τονίζω με έντονη φωνή εγώ
-Κάντε ότι θέλετε, αλλά θα κτυπάτε το κεφάλι σας, σάς το λέω με τα μηχανάκια που μπλέξατε, εσύ μεγάλε τα φταις όλα εσύ!!!, μου έριχνε τις ευθύνες για τα ανοίγματα που έκανε και ακολουθούσε και ο Βαγγέλης

Γράφοντας αυτά σήμερα μετά από τόσα χρόνια μπορώ να καταλάβω τις φοβίες που είχε ο πατέρας μου σαν πατέρας τότε, εγώ και ο αδελφός μου δεν τον καταλαβαίναμε καθόλου τον φουκαρά, σήμερα μπορώ να πω πώς είχε δίκιο τότε πού φοβόταν, είχε ένα παιδί με μεσογειακή αναιμία που κάθε μήνα μεταγγιζόταν, και κάθε τόσο είχε ένα σορό προβλήματα με την υγεία του και από πάνω του προσθέταμε και ένα ακόμα πρόβλημα ένα μηχανάκι που κινδύνευε κάθε στιγμή στην “ζούγκλα” τής Αθήνας, με συνέπεια να τρακάρει και με το παραμικρό θα βρισκόταν ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο, πώς να έλεγε λυπών ναι στη απαίτηση του Βαγγέλη, πώς; σήμερα εάν ο γιος μου μου ζητούσε μηχανάκι με την εμπειρία πού έχω από τα κατά καιρούς μηχανάκια που πέρασαν από τα χέρια μου και τής πτώσεις που αντιμετώπισα θα έλεγα για το καλό του γιου μου γιατί τον υπεραγαπώ, όχι και πάλι όχι!!!, έτσι ο Βαγγέλης αγόρασε το μηχανάκι, ήταν ένα μηχανάκι μικρό και λεπτό σαν και εκείνον, ίσα που τον σήκωνε και τον μετέφερε, στο πήγαινε έλα στην Αθήνα καθημερινά, το είχε μαζί του νομίζω στην Κρήτη εκείνο τον καιρό έτσι έφτασε πρώτος έξω από το μοναστήρι της Μονής Πρέβελης και μας περίμενε, εγώ μαζί με την Δώρα τραβήξαμε κάτι πορείες μέσα στο λιοπύρι φορτωμένη πάντα με τα σακίδια μας απερίγραπτες, δεν θυμάμαι πώς φτάσαμε από το ροδάκινο στον κεντρικό δρόμο επάνω στο χωριό Πρέβελη και με τα πόδια συνεχίσαμε στον χωματόδρομο μέχρι την Μονή Πρέβελης,

Μαζί με τον Βαγγέλη και την Δώρα αρχίσαμε να κατηφορίζουμε για το φαράγγι μια κατηφόρα δύσκολη ακόμα και για υγιής ανθρώπους παρ όλα αυτά ο Βαγγέλης το χαιρόταν και αυτό ήθελα και εγώ να χαρεί την φύση, το ταξίδι, την εξερεύνηση, το άγνωστο, τον είχα τραβήξει σε μέρει δύσκολα μα υπέροχα και ένιωθα πώς τα χαιρόταν και το απολάμβανε, μπορούσε να συμπεριφερθεί σαν όλους του ανθρώπους και ένιωθα και εγώ καλά και μου άρεσε, ήταν η πρώτη φορά που πηγαίναμε διακοπές μαζί μόνοι μας χωρίς τους γονείς μας και τον ρόλο του πατέρα και τής μάνας τον είχα αναλάβει διακριτικά εγώ, με την συμβουλή της μάνας μου να ηχεί στα αυτιά μου “Κώστα το νου σου στο παιδί, το παιδί και τα μάτια σου” και βέβαια των πρόσεχα και των τράβαγα σε δύσκολα μονοπάτια, δίνοντας του χώρο που θα μπορούσε να τον διαβεί χωρίς να νιώθει πώς του ήταν αδύνατον να τον περπατήσει,

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Πέμπτη Δημοτικού

Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη


Πέμπτη Δημοτικού
      Μεγάλωνα, και και παράλληλα με μένα μεγάλωνε και ο πληθυσμός του Ηρακλείου, έτσι κατά τα μέσα τής Πέμπτης δημοτικού ο Δάσκαλος μου δίνει κάτι χαρτιά μια και το σπίτι μου βρισκόταν κοντά στο καινούργιο σχολείο πού είχε ανοίξει και βρισκόταν στον σημερινό φούρνο του Σκρέκη και θα εξυπηρετούσε τα παιδιά τής γύρω περιοχής τον καρβουρνιαρέων και τής γύρω περιοχές σαν και την δική μου

      Μετά από μερικές ημέρες παίρνουμε τα χαρτιά μας και μετακινούμαστε στην μέση της πέμπτης στο καινούριο πια σχολείο πού βρισκόταν κοντά στο σπίτι μας, ήταν μια σημαντική αλλαγή μια με απόκοψαν από τα παιδιά του κεντρικού ηρακλείου, πάψαμε να βρισκόμαστε μαζί με τα παιδιά του κέντρου πού είχαν έναν άλλο τρόπο ζωής και συμπεριφοράς είχαν έναν άλλο αέρα ήταν περισσότερο πρωτοβουλιακά συγκριτικά με εμάς τα παιδιά τον εργατικών συνοικιών τον περιχώρων τον καρβουρνιαρέων. 

      Από τα παιδιά του κέντρου παίρναμε ερεθίσματα και ιδέες για ένα άλλο τρόπο ζωής από τον δικό μας, μα και αυτόν τον άλλον τρόπο ζωής τον βλέπαμε μόνο το πρωί μια και δεν μπορούσαμε να έχουμε το απόγευμα συναντήσεις γιατί η απόσταση μας ήταν μεγάλη και σαν παιδιά τότε δεν μπορούσαμε να την καλύψουμε, έπρεπε να περάσουν μερικά χρόνια να αποκτήσουμε μια μεγαλύτερη ανεξαρτησία για να ξανά έρθουμε σε επαφή μαζί τους, τα ξανά συνάντησα στα δέκα εφτά μου πάλι ξανά, μα και πάλι θα νιώθαμε την διαφορά μεταξύ μας

Η Ένταξη μου στους Άλκιμους


Μόλις εντάχτηκα στους Άλκιμους
Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

Άλκιμοι Ο πατέρας μου σκέφτηκε να με γράψει στους Άλκιμους, όπως σήμερα οι γονείς πηγαίνουν τα παιδιά τους στα αγγλικά, στο κολυμβητήριο και στο μπαλέτο. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε τίποτε από αυτά πάρα μόνο οι Πρόσκοποι και οι Άλκιμοι. 

Δε ξέρω γιατί επέλεξε τούς Άλκιμους αλλά ήταν μία ακόμα ευκαιρία να έρθω σε επαφή με τα παιδιά του κεντρικού Ηρακλείου και να τα γνωρίσω καλύτερα, κάθε Κυριακή πρωί η συνάντηση γινόταν επί της οδού Έρμού, απέναντι από το σημερινό μεζεδοπωλείο “Κίτρο” είχε ένα οικόπεδο ανοιχτό και μαζευόμαστε εκεί με αρχηγούς, ένας εξ αυτών ήταν ο σημερινός τραγουδιστής Μπουλουγούρας.

 Οι ασχολίες μας ήταν τα ομαδικά, κλασικά παιχνίδια, όπως ''κυνήγι του θησαυρού'' και οι βόλτες. Σύντομα διαπίστωσα ότι τα περισσότερα παιδιά του Ηρακλείου πήγαιναν στους Προσκόπους, έχω την εντύπωση ότι ίσως εκεί να ήταν καλύτερα τα πράγματα εάν πήγαινα. 

Τα ενδιαφέροντα και τα ερεθίσματα που λάμβανα από κει δεν ήταν σπουδαία και όσο μεγάλωνα αισθανόμουν ότι δεν καλυπτόμουν από τους Άλκιμους, έτσι άρχισα σιγά σιγά να απομακρύνομαι έχοντας την αίσθηση ότι ήταν ανούσιο να αφιερώνω εκεί το Κυριακάτικο πρωινό μου.

Μια μέρα ο δάσκαλος μας ανακοίνωσε: “Σήμερα παιδιά δεν θα κάνουμε σχολείο, γιατί δολοφονήθηκε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, τον Τζον Κένεντι”, ούτε ξέραμε ποιος ήταν και τι μπορούσε να σημαίνει αυτή η δολοφονία για την ζωή μας, αυτό που μας ενδιέφερε ήταν ότι δεν θα είχαμε σχολείο και ότι θα πηγαίναμε στα σπίτια μας να το ρίξουμε στο παιχνίδι. 

Και είχε μία φοβερή ημέρα, τη θυμάμαι σαν να είναι τώρα, ο ήλιος έλαμπε και όλα ήταν λουσμένα από τον ήλιο, τα πάντα λαμποκοπούσαν, έτσι εγώ έπαιξα με τον γείτονα μου, τον Άκη τον Ρεπούση στον πρόσφατα ασφαλτοστρωμένο δρόμο πού έκοβε εγκάρσια το απέραντο χτήμα μας. 

Ο Άκης ήταν ένα συνομήλικο παιδί, το οποίο είχε τη συνήθεια να παίζει στο απέραντο κτήμα με τις φιστικιές, το οποίο βρισκόταν μπροστά από το σπίτι μας.

Μας άρεσε να ανεβαίνουμε στα δένδρα και να κόβαμε φιστίκια, αχλάδια και ότι άλλο μπορεί να φανταστείτε. Έτσι, απλά περπατάγαμε δίχως σκοπό και προορισμό, κλοτσάγαμε ότι βρίσκαμε στο δρόμο, γελάγαμε με οτιδήποτε και συζητούσαμε συνήθως καθισμένοι στο καινούργιο κράσπεδο. Κάποια στιγμή είχαμε πάρει μία πέτρα και κοπανάγαμε ασυναίσθητα το κράσπεδο, κοπανάγαμε μέχρι που του κάναμε ένα χώρισμα χωρίς να το καταλάβουμε, όταν καταλάβαμε ότι αυτό που κάναμε ήταν ζημιά, σταματήσαμε.

 Είχαμε σπάσει το κράσπεδο που μερικές ημέρες πριν είχε φτιαχτεί από κάποιους τεχνίτες, εντυπωσιαστήκαμε από τη ζημιά που μπορούσαμε να κάνουμε, έτσι όπως αντιλαμβάνεστε το μόνο που δεν είχαμε στο μυαλό μας, ήταν η δολοφονία του Τζον Κένεντι.


Ο Νερουλάς.


Απόσπασμα από την Αυτοβιογραφία του Κώστα Στουμπιάδη

Ο Νερουλάς. 1960 Εκείνο τον καιρό νερό στα σπίτια μας όπως το ξέρουμε σήμερα ήταν κάτι το άγνωστο, ο μόνος τρόπος για να πάρουμε νερό για πόσιμο ήταν ο νερουλάς. Στη σημερινή πλατεία “Μπομποτίνου”, εκεί που σήμερα είναι ένας παιδικός σταθμός μπροστά από το σπίτι υπήρχε μία μεγάλη δεξαμενή νερού, ερχόταν ο κυρ Παντελής και με την σφυρίχτρα του καλούσε όλες τις νοικοκυρές για να πάρουν νερό με τον κουβά, 0,50 λεπτά της δραχμής τον κουβά. Πολλές φορές μαζί με την μάνα μου πηγαίναμε και παίρναμε νερό για πόσιμο, γιατί όσο για λάτρα του σπιτιού μας ας ήταν καλά το πηγάδι μας.

Σε αυτό το πηγάδι θυμάμαι την μάνα μου κοπέλα θα ήταν περίπου στα 35 τότε, όταν για πρώτη φορά γέμισε ο βόθρος και έπρεπε να τον αδειάσουμε, άλλα τα λύματα ήταν αρκετά στερεά και δεν μπορούσε να τα τραβήξει το βυτίο , έτσι ο χειριστής του ζητούσε να ρίξουμε λίγο νερό να ρευστοποιηθούν, εγώ ήμουν μικρός και καθόλου ικανός για μια τέτοια δουλειά, εφόσον ο πατέρας μου έλειπε σε δουλειά στην επαρχεία την αντρική δουλειά την ανέλαβε η μητέρα μου.

 Με δύναμη πραγματικού άντρα ανέλαβε τη δουλειά, την φέρνω στο μυαλό μου και την φαντάζομαι γίγαντα κανονικό και όχι γυναίκα, με τι δύναμη και ταχύτητα έβγαζε τους κουβάδες από το πηγάδι και τους μετέφερε στο σημείο του βόθρου. Απόσταση πάνω από 50 μέτρα, και πάλι μέσα τον κουβά στο πηγάδι τράβηγμα γρήγορα και πάλι μεταφορά, 

δεν ξέρω για πόση ώρα συνεχίστηκε αυτό, το έχω στο μυαλό μου πώς πήγε και ήρθε αρκετές φορές κουβαλώντας τον κουβά σαν κανονικός άντρας, πραγματικό θεριό η μάνα μου κουβάλαγε τον κουβά από το πηγάδι στον βόθρο και ξανά μέσα και ξανά κουβάλημα, ίσως στο μυαλό μου να τα έχω μεγαλώσει κάπως ίσως πάλι λόγο των παιδικών ενοχών μου καθώς δεν μπορούσα να βοηθήσω την μητέρα μου εκείνη την εποχή. 

Στο τέλος κουρασμένη και εξαντλημένη είχε ιδρώσει, και με την αντίστροφη του χεριού της σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό της λέγοντας στον χειριστή του βυτίου: “εντάξει είναι τώρα”; Η καημένη είχε κουραστεί και εγώ ανήμπορος κοίταγα το θέαμα και μάθαινα, μάθαινα, πώς θα πρέπει να συμπεριφερθεί όταν ο ένας από το ζευγάρι βρεθεί στην ανάγκη. 

 Εκείνη την ημέρα η μάνα μου ήταν σαν κανονικός άντρας με στιβαρά μπράτσα και ατσαλένια θέληση, Εγώ παιδί τότε δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, το μόνο πού μπορούσα να κάνω εκείνη τη στιγμή ήταν να κοιτάζω


Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Η γιαγιά Ελένη

      
     
 
Η γιαγιά Ελένη με τον Βαγγέλη και τον Πατέρα 
Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

      Οικογένεια Ξουρή
      Η οικογένεια Ξουρή ήταν η νέα οικογένεια της γιαγιάς μου από την πλευρά του πατέρα μου, που για ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου συγκατοικούσε σε διπλανά από μας δωμάτια. 

      Ο κύριος συνδετικός οικογενειακός κρίκος ήταν η μητέρα του πατέρα μου, μία γυναίκα καλοσυνάτη χωρίς κακία, στρουμπουλή και πάντα χαμογελαστή, με ένα περιμετρικό κότσο γύρο από τα μαλλιά της , τα τύλιγε γύρο από μία χειροποίητη κατασκευή από μαλλιά που την βοηθούσαν να τυλίξει τα μακριά μαλλιά της γύρο από αυτό, αυτήν την κατασκευή την έλεγε “γυουρούδι”, εγώ και ο αδελφός μου τής δώσαμε αυτό το 

      παρατσούκλι και την φωνάζαμε “γυουρούδα” από το όνομα αυτής της κατασκευής .  



      Η γιαγιά Ελένη, ήταν η μάνα του πατέρα μου, ήταν η γιαγιά μας! Ήταν εκείνη που εγώ και ο αδελφός μου είχαμε κοντά μας όταν ο πατέρας και η μητέρα μας δούλευαν, όλα τα πρωινά την είχαμε δίπλα μας, μαγείρευε μας πρόσεχε και μας έλεγε τα πρώτα μας παραμύθια πηγαίναμε μαζί της στο μπακάλη για τα ψώνια της ημέρας. 

      Μου φώναζε πάντα: “βρε συ μεγάλε πρόσεχε το παιδί, αααχχ! να σε πιάσω εσένα μικρέ θα δεις τι θα σου κάνω, όλα θα τα πω στο μπαμπά σου”, όμως τίποτα δεν έλεγε, μετά τα ξεχνούσε όλα και γέλαγε με τις αταξίες που κάναμε.

      Από κείνη μάθαμε για την κατοχή και την πείνα, για τις θηριοδαμαστής των Γερμανών, τις μαζικές εκτελέσεις που γίνανε στα γύρο χωριά της Κύμης, για τους αντάρτες που έκοβαν τις ρόγες των κοριτσιών και τις έκαναν κομπολόι και πάντα κατέληγε: “φάτε γιατί άμα έρθει το ΄41 τότε θα δείτε και θα εκτιμήσετε το φαΐ που σήμερα δεν σας αρέσει”.

Κάθε λίγο και λιγάκι θυμόταν ιστορίες από το χωριό της και το περίπτερο πού διατηρούσε στο κέντρο των Καλημεριάνων ένα δικαίωμα πού πρέπει να τής είχε δοθεί λόγο ότι είχε χάση τον αδελφό της στον πρώτο πόλεμο, μέσα στο περίπτερο ή γιαγιά μου ολημερίς καθότανε, νέα, αφράτη και χήρα, όλο και την γυρόφερναν οι νέοι τού χωριού, μια για τσιγάρα, μία για καμία τσίχλα, μία για να τής πούνε καλημέρα, ο κυρ Μιχάλης ο μετέπειτα άντρας της είχε γίνει κολλιτσίδα, κάθε λίγο και λιγάκι να σου στο παραθυράκι τού περίπτερου, και πίτσι πίτσι με την γιαγιά τής Ελενίτσα, την συντήρηση του μικρού Νικολάκη την είχε αναλάβει η γιαγιά του η μάνα τής κυρ Ελένης η Φαλίτσα.

 Αυτή τον συντηρούσε ουσιαστικά τον φρόντιζε και τον ορμήνευγε, μέχρι πού άρχισε να ξεμακραίνει σιγά σιγά από το σπίτι του και να ανεβαίνει στην πλατεία του χωριού, καθημερινά πότε στην γιαγιά του και πότε τριγύρναγε στο περίπτερο τής μητέρας του, όταν μεγάλωσε λίγο άρχισε να συμμετέχει στις δουλειές τού περιπτέρου και σαν νεαρός τότε προσπαθούσε να βοηθήσει όσο μπορούσε τής εξωτερικές δουλειές τού, με τα πόδια από τούς Καλημεριάνους στην Κύμη μετέφερε τής κούτες τα τσιγάρα πού πούλαγε η κυρα Ελένη, πήγαινε και ερχόταν καθημερινά στην Κύμη,

Ο κυρ Μιχάλης

 Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη
Ο κυρ Μιχάλης κάτω από τα μεγάλα Πεύκα 

Ο κυρ Μιχάλης 
Άντρας της κυρά Ελένης, της χοντρής, όπως την έλεγε και ο πατριός του πατέρα μου και πατέρας του Κώστα, ένας καλοκάγαθος άνθρωπος που δεν είχε μεγάλες εκρήξεις σαν άνθρωπος. Ήταν ένα από τα δύο παιδιά ενός πατέρα που είχε φύγει για Αμερική και τα λεφτά που έστελνε τα οικειοποιήθηκε ο άλλος αδελφός, έτσι έμεινε άφραγκος και εκτός πατρικής περιουσίας. Σχεδόν πάντα όταν μεθούσε, έβγαζε στην επιφάνεια το πρόβλημα που είχε μέσα του, το παράπονο που τον έτρωγε σε όλη του τη ζωή, το παράπονο ότι ο άλλος αδελφός του έφαγε την πατρική περιουσία.

 Του άρεσε να πίνει το βράδυ κανένα ποτηράκι, μερικές φορές το παράκανε και μεθυσμένος το έριχνε στον ύπνο, μας αγαπούσε πολύ εμένα και τον Βαγγέλη και πολλές φορές έκλαιγε όταν σκεφτόταν τον Βαγγέλη, είχε μεγάλη καρδιά και πολλές φορές τα συναισθήματα του περιπλέκονταν για μας με λυγμούς και χάδια. Πάντα το βραδάκι ήθελε να πίνει ένα μπουκάλι κρασί μάρκας “Πλάκα”, μερικές φορές και δεύτερο και τρίτο μέχρι πού τον έπαιρνε ο ύπνος πειράζοντας πάντα την γυναίκα του τη “χοντρή” όπως την έλεγε πάντα μα παρέμεναν ένα αχώριστο και αγαπητό ζευγάρι.

Μία Κυριακή μεσημέρι, μία ζεστή καλοκαιρινή ημέρα φάγαμε όλοι μαζί στην αυλή, ο κυρ Μιχάλης ήπιε όπως πάντα λίγο πάρα πάνω, ζαλίστηκε και ήθελε να κοιμηθεί, είχε ζέστη και προτίμησε να βγάλει ένα κρεβάτι κάτω από τα πεύκα που συνόρευαν με την γέφυρα της οδού Φιλοθέης, κάτι τεράστια πεύκα με παχύ ίσκιο, τα τζιτζίκια είχαν αρχίσει να σιγοτραγουδούν. Δεν ήταν ασυνήθιστο να βγάζουμε κρεβάτια το μεσημέρι έξω, κάτω από τα δένδρα, και να κοιμόμαστε μια και είχε αρχίσει για καλά η ζέστη.

 Όπως κοιμόταν ο κυρ Μιχάλης με το στόμα του ανοιχτό, και με τα χνότα του να μυρίζουν κρασί, περνούσε ένα κοπάδι μελισσιών, και είχε κάνει προσωρινή στάση πάνω σ' ένα πεύκο, μυρίζοντας το κρασί άρχισαν να πέφτουν πάνω του με μανία και να τον τσιμπολογούν άγρια και γύρω από τον στόμα. Ξυπνήσαμε από τις φωνές του αντικρίζοντας τον πρησμένο και τουμπανισμένο από τα τσιμπήματα των μελισσών κυρ Μιχάλη, τον πήγαμε κατευθείαν στο νοσοκομείο, νομίζω πως εκείνη την ημέρα ο κυρ Μιχάλης.είχε άγιο.


Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Ήταν ένα χαμογελαστό παιδί ο Περικλής

Ήταν ένα χαμογελαστό παιδί ο Περικλής 


Εκεί στον “Ήφαιστο” 
σε αυτή την νυχτερινή σχολή 
γνώρισα ένα χαμογελαστό παιδί ......

Ο Περικλής όπως τον γνώρισα 
Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

Στη νυχτερινή σχολή “Ηφαιστος” είχα γνωρίσει ένα μικρούλι, γεροδεμένο παιδί και πάντα χαμογελαστό, τον Περικλή. Με τον καιρό κατάλαβα ότι ήθελε έναν μεγάλο αδελφό, έναν καθοδηγητή, έναν φίλο. Παιδί από “διαλυμένη οικογένεια” έψαχνε την φιλία και την συντροφιά σε αλητοπαρέες που τον είχαν οδηγήσει από την μία κλοπή στην άλλη. Μπουκαρίσματα σε πλούσιες βίλες με σκοπό να αποσπάσουν τα χρηματοκιβώτια τους και να τα πήγαιναν στη Πάρνηθα, καταλήγοντας να τα κοπανάνε με βαριοποσύλες προκειμένου να ανοίξουν, μια και δεν είχαν άλλον τρόπο. Μέσα του δεν το ήθελε, δεν του πήγαινε..... άλλα ήθελε την παρέα τους και δεν είχε βρει και τίποτα καλύτερο.
Ήταν πολύ γεροδεμένο παιδί μπορούσε με μία μπουνιά να κατεβάσει έναν γορίλα, άλλα του έλειπε η τρυφερότητα, η πραγματική φιλία, ένας μεγάλος αδελφός, ένα πρότυπο αξιοπρέπειας μια και ο πατέρας του απ ότι φάνηκε λόγο τής “απόστασης” δεν μπορούσε να παίξει αυτόν τον ρόλο. Κάθε απόγευμα μ' αυτό το ρωμαλέο παιδί ήμασταν μαζί. Πραγματικά  ήταν ικανός να κάνει ότι του έλεγα. Για πρώτη φορά στην ζωή μου συνέβαινε κάτι τέτοιο, ένας άνθρωπος να με ακολουθεί και να θέλει να υποστηρίξει ότι έλεγα εγώ. Ήταν ικανός να σκοτώσει άνθρωπο εάν κάποιος με απειλούσε, στην αρχή δεν είχα καταλάβει την πλήρη αφοσίωση του, το δέσιμο του μαζί μου ήταν μεγάλο.

Εκείνο το διάστημα κάναμε συγκεντρώσεις στο πολυτεχνείο για τα ζητήματα της σπουδάζουσας νεολαίας και πάντα τον είχα μαζί μου, ήθελε να βρει μία κοπέλα να ακουμπήσει επάνω της, να δείξει την αγάπη του, να τον αγαπήσουν και εκείνον πραγματικά, το είχε ανάγκη. Με έβλεπε  να μιλάω με κορίτσια που δεν είχα καμία άλλου τύπου σχέση μαζί τους και νόμιζε ότι τα είχα με όλες. Με παρακολουθούσε όπως παρακολουθεί  το μωρό την μητέρα του, αντέγραφε ότι κινήσεις έκανα, το πως μιλούσα, το πως κόλλαγα στις κοπέλες, τον τρόπο που έκανα τοποθετήσεις στις συνελεύσεις.......μου φαίνεται πως με είχε αντιγράψει σχεδόν σε όλα!

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Ο Θείος “Κώστας”

        Ο Θείος “Κώστας”

          Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

  Ο Κώστας ήταν ο γιος της γιαγιάς Ελένης, ήταν ένα παιδί  μεγαλύτερο από εμένα κατά 8 χρόνια, μα  εκείνα τα χρόνια η διαφορά αυτή μου φαινόταν τεράστια. Ο Κώστας ήταν ήδη στην εφηβεία,  τον έχω στο μυαλό μου  με τους συνομήλικους φίλους του να οργανώνει πάρτι κάθε Σάββατο βράδυ. Είχε συνέχεια κρυφές συναντήσεις και κουβέντες  με την εγγονή της Γιατρά, της ιδιοκτήτριας του σπιτιού, όπου εκείνο το καλοκαίρι  κρατούσε ένα δωμάτιο προκειμένου να κάνουν διακοπές στο ''ονειρεμένο '' Ηράκλειο.

        Κάθε Σάββατο λοιπόν οργάνωναν πάρτι, ένας καινούργιος θεσμός για τα ήθη της εποχής, έτσι κάποιο Σάββατο και εγώ ήμουν παρών σε ένα τέτοιο πάρτι, το πρώτο πάρτι της ζωής μου και βέβαια που αλλού θα γινόταν  πέρα από την υπέροχη βεράντα που σας έχω περιγράψει παραπάνω, με τα άσπρα και μαύρα πλακάκια.

        Μόλις σουρούπωσε τα παιδιά είχαν οργανώσει τα φωτιστικά, εφέ,  χαμηλά χρωματιστά φώτα, ιταλική μουσική και τα καινούργια μουσικά ρεύματα, την λεγόμενη τότε Rock, κάτι ανάμικτο με ρυθμούς λάτιν, θυμάμαι ένα τραγούδι την Μαλαγκένια  με κυρίαρχο μουσικό ρεύμα  το “rock end roll”  “woole bulle” και συχνά ακουγόταν ο Έλβις,  όσο για τους  Βίτλις ήταν ακόμα άγνωστοι στο νεανικό κοινό εκείνης της εποχής και για ποτό μόνο Βερμούτ ένα καινούργιο ποτό πού ήταν της μόδας το οποίο  πήγαινε με την μουσική.

        Γύρω-γύρω από την βεράντα καρέκλες, τα παιδιά άρχισαν να έρχονται, και δειλά-δειλά άρχισαν να χορεύουν σε ζευγάρια, καινούργιες κινήσεις περίεργοι χοροί όλα ήταν καινούργια και εντυπωσιακά στα μάτια ενός 8χρονου αγοριού, μα πιο εντυπωσιακό ήταν ότι μετά το πάρτι κατά ζευγάρια τα παιδιά συζητούσαν χαμηλόφωνα και κατά διαστήματα γέλαγαν, μιλούσε ο ένας στο αυτί του άλλου και πάλι γελούσαν.

       Ένα είναι βέβαιο ότι ο Κώστας με τους φίλους του εκείνο το βράδυ δεν μας άφησαν να κοιμηθούμε μέχρι το πρωί με τα χαχανητά τους και τις ακαταλαβίστικες πονηρές κουβέντες τους

“Ο Πατέρας μου και η Μητέρα μου”

  Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη


 “Ο Πατέρας μου και η Μητέρα μου”
Ο πατέρας μου εκείνο τον καιρό δούλευε από εδώ και από εκεί δεν είχε μία σταθερή δουλειά, ήταν η βασική επιδίωξη όλων των εργατών εκείνη την εποχή ήταν να έχουν μια σταθερή δουλειά, ο πατέρας μου εκείνη τη χρονική στιγμή δούλευε στα πλαστικά Δρακοπούλου, όπου βρισκόταν επί της Λεωφόρου Ηρακλείου, στο σημερινό ΙΚΑ. Μαζί με την μητέρα μου, το πρωί είχε βάρδια η μητέρα μου και το βράδυ εκείνος, προτιμούσε να δουλεύει βράδυ γιατί το βραδινό μεροκάματο πληρωνόταν καλύτερα.

Μία ημέρα μου είπε η μάνα μου ότι εκείνο το πρωί στην δουλειά είχε μπορέσει να κρύψει στα συρματοπλέγματα ένα μεγάλο κομμάτι ύφασμα προκειμένου να μου φτιάξει ένα παντελόνι, αλλά φοβόταν να πάει μόνη της, έτσι μου πρότεινε να πάμε μαζί να το πάρουμε το βράδυ. Έτσι και έγινε, το βράδυ σαν τους κλέφτες ξεκινήσαμε περπατώντας από το σπίτι μας που βρισκόταν στην περιοχή της γέφυρας της Φιλοθέης και σιγά-σιγά φτάσαμε έξω από τα συρματοπλέγματα της επιχείρησης, στην Λεωφόρο Ηρακλείου, ψάχνοντας στα τυφλά τελικά βρήκαμε το περιβόητο κομμάτι υφάσματος και επιστρέψαμε στο σπίτι.

 Έτσι με αρκετό κόπο και την ιδιαίτερη ικανότητα που είχε η μητέρα μου η οποία γνώριζε από παιδί την τέχνη της μοδιστρικής, μου έφτιαξε ένα πολύ ωραίο παντελόνι και έμεινε και ύφασμα και για άλλες εργασίες. Ήταν τέτοια η φτώχεια και η δυσκολίες που περνούσαν οι οικογένειες εκείνη την εποχή, που για ένα κομμάτι ύφασμα διανύαμε χιλιόμετρα προκειμένου να καλύψουμε βασικές μας ανάγκες όπως την ένδυση τις βασικές μας ανάγκες δηλαδή,

Ο πατέρας μου στην προσπάθεια του να είμαστε αυτάρκεις και οικονομικά ανεξάρτητοι, όσο αυτό μπορούσε να είναι δυνατών είχε αρχίσει να εκτρέφει κουνέλια, κότες και απ' ότι νομίζω και πάπιες, ωστόσο τα κουνέλια πλήθαιναν και ναι μεν μπορούσαμε να καλύψουμε τις διατροφικές ανάγκες σε κρέας της δικής μας οικογένειας και της οικογένεια της γιαγιάς Ελένης, αλλά τα κουνέλια πλήθαιναν και έπρεπε συχνά να επεκτείνουμε τους χώρους που τα είχαμε συγκεντρωμένα.