Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Πέμπτη Δημοτικού

Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη


Πέμπτη Δημοτικού
      Μεγάλωνα, και και παράλληλα με μένα μεγάλωνε και ο πληθυσμός του Ηρακλείου, έτσι κατά τα μέσα τής Πέμπτης δημοτικού ο Δάσκαλος μου δίνει κάτι χαρτιά μια και το σπίτι μου βρισκόταν κοντά στο καινούργιο σχολείο πού είχε ανοίξει και βρισκόταν στον σημερινό φούρνο του Σκρέκη και θα εξυπηρετούσε τα παιδιά τής γύρω περιοχής τον καρβουρνιαρέων και τής γύρω περιοχές σαν και την δική μου

      Μετά από μερικές ημέρες παίρνουμε τα χαρτιά μας και μετακινούμαστε στην μέση της πέμπτης στο καινούριο πια σχολείο πού βρισκόταν κοντά στο σπίτι μας, ήταν μια σημαντική αλλαγή μια με απόκοψαν από τα παιδιά του κεντρικού ηρακλείου, πάψαμε να βρισκόμαστε μαζί με τα παιδιά του κέντρου πού είχαν έναν άλλο τρόπο ζωής και συμπεριφοράς είχαν έναν άλλο αέρα ήταν περισσότερο πρωτοβουλιακά συγκριτικά με εμάς τα παιδιά τον εργατικών συνοικιών τον περιχώρων τον καρβουρνιαρέων. 

      Από τα παιδιά του κέντρου παίρναμε ερεθίσματα και ιδέες για ένα άλλο τρόπο ζωής από τον δικό μας, μα και αυτόν τον άλλον τρόπο ζωής τον βλέπαμε μόνο το πρωί μια και δεν μπορούσαμε να έχουμε το απόγευμα συναντήσεις γιατί η απόσταση μας ήταν μεγάλη και σαν παιδιά τότε δεν μπορούσαμε να την καλύψουμε, έπρεπε να περάσουν μερικά χρόνια να αποκτήσουμε μια μεγαλύτερη ανεξαρτησία για να ξανά έρθουμε σε επαφή μαζί τους, τα ξανά συνάντησα στα δέκα εφτά μου πάλι ξανά, μα και πάλι θα νιώθαμε την διαφορά μεταξύ μας

      Μέχρι τότε όμως η επαφή στο σχολείο θα ήταν με τα παιδιά τον καρβουνιαρέων και τον γύρω περιοχών , το απόγευμα όμως τα δύο συνομήλικα παιδιά πού βρισκόταν κοντά μου και ήθελα να βρίσκομαι και να παίζω και να περνάω της ελεύθερες ώρες μου ήταν ο Γιάννης ο Ριζόπουλος και ο Άκης ο Ρεπούσης, 

      Από καιρό ζητούσα από τον πατέρα μου να μου πάρει μια κιθάρα για να παίζω, δεν ξέρω πώς μου είχε κωλύσει η όρεξη αυτή, μια ημέρα γυρίζοντας σπίτι από την δουλειά βλέπω επάνω στο κρεβάτι μου μία κιθάρα ελαφρώς κοκκινωπή μια πραγματική κιθάρα, τρελάθηκα από την χαρά μου, την αρπάζω και άρχισα να προσπαθώ να παίξω όπως όπως, άρχισα να ψάχνω φίλους που είχαν γνώσεις επάνω στην μουσική και στην κιθάρα άλλα μάταια, κανένας στον περίγυρο μου δεν γνώριζε κάτι σχετικά με την μουσική και την κιθάρα,  
      
      Μαθαίνω πώς και ο Γιάννης έχει κιθάρα και έψαχνε και αυτός να μάθει, έτσι με τον Γιάννη μαζί σε ένα υπόγειο ψάχναμε τής πρώτες νότες και τα πρώτα ακόρντα και περνούσαμε τής ώρες μου παίζοντας μουσική.

      Τον Γιάννη τον γνώρισα από την βιοτεχνία που διατηρούσε ο πατέρας του με τούς αετούς, ο πατέρας του είχε αυτό το εργαστήριο και έφτιαχνε αετούς, το καλοκαίρι όλα τα παιδιά τής γειτονιάς δουλεύαμε και παίρναμε το χαρτζιλίκι μας και βοηθούσαμε τής οικογένειες μας, έτσι και εγώ ένα καλοκαίρι δούλεψα στην κατασκευή τον αετών και από τότε γίναμε με τον Γιάννη κολλητή, το ίδιο και με τον Άκη, τον γκόμενο τής περιοχής μας, μεγαλώναμε και αρχίσαμε να ανιχνεύουμε της γύρω περιοχές μας, ένα απόγευμα βρίσκουμε στον δρόμο τον πατέρα του Γιάννη και αρχίζει μία επίθεσή στον Άκη

       “άντε χάσου ρε αλήτη πού ο πατέρας σου είναι κομουνιστής και κάνεις παρέα με τον γιό μου” και μετά επιτίθεται στον Γιάννη λέγοντας του “να μην κάνεις παρέα μαζί του το ακούς να μην τον ξανά κάνεις παρέα γιατί θα σε σπάσω στο ξύλο και εσένα και αυτόν” 

     
Μεσημεριανό φαγητό 
Με ένα έντονο ύφος και σχεδόν απειλητικό τόνο και στον Άκη και στον Γιάννη, εγώ έμεινα κάγκελο εμείς ούτε γνωρίζαμε και ούτε ξέραμε τίποτε από όλα αυτά, αλλά το μυαλό ενός αντικομουνιστί
το μυαλό τη μπορεί να σκεφτεί κανείς δεν ξέρει, έτσι ο Γιάννης δεν ξανά έκανε ποτέ παρέα τον Άκη, εγώ βέβαια δεν είχα κανένα πρόβλημα και ούτε με απασχόλησαν η τρέλες και τα λεγόμενα του πατέρα του Γιάννη, ο Άκις πάντα ερχόταν σπίτι μου και πάντα κάναμε παρέα μέχρι και σήμερα βρισκόμαστε πού και πού και τα λέμε.
     
      Ζούσαμε σε μία εποχή πού από την μία βρισκόμουν κοντά στην περιοχή τον Πατσαβουρέικων και από την άλλη βρίσκομαι το ίδιο κοντά με το κέντρο τού Ηρακλείου, και με τα καταστήματα του και με κέντρο την πλατεία του, την ζωή και τα φώτα του, το κέντρο με τους κινηματογράφους του, με τον Καρρά του, με τον Τσιριγώτη του, με τον Παπαθάνω του, και με το πάρκο του, επόμενο ήταν το κέντρο του Ηρακλείου με την ζωντάνια του να μας τραβάει συνεχώς σαν μαγνήτης. 

      Το σούρουπο σχεδόν κάθε βράδυ όταν δεν είχαμε κάτι να κάνουμε συνεχώς βρισκόμαστε στο κέντρο του Ηρακλείου, στο πάρκο κάναμε όλες τής “πονηρές νεανικές βρομοδουλειές μας” και με μόνιμο “εχθρό” μας τον Χίτλερ”, τον άνθρωπο πού πάντα μας κυνηγούσε από την πλατεία και το πάρκο, έναν δημοτικό υπάλληλο πού το μικρό του μουστάκι των έκανε να μοιάζει σαν τον Χίτλερ, και γιαυτό του είχαμε κολλήσει αυτό το παρατσούκλι.
     
      Έτσι εγώ βρισκόμουν ανάμεσα και στα πατσαβουρέικα και στο κέντρο του Ηρακλείου, οι επιρροές μου είναι και από τα δύο βασικά κέντρα του τότε Ηρακλείου, πάταγα σε δύο βάρκες και μεγαλώνοντας θα έπρεπε να διαλέξω και δεν δίστασα όταν ανδρώθηκα λίγο, καθημερινά το απόγευμα πού με έχανες πού με έβρισκες στο κέντρο, εκεί ήθελα να είμαι, ασυνείδητα ήθελα να ξανά δέσω το νήμα πού είχε βίαια κοπή με το νέο μου σχολείο. 

      Τώρα μπαίνοντας στην εφηβεία ήθελα να συγκριθώ με τους συνομήλικους του Κέντρου, να είμαι παρών σε ότι γεννιέται, τα παιδιά τον πατσαβουρέικων είχαν για κέντρο τα τρία αστέρια με τον ομώνυμο κινηματόγραφο και τα φτωχικά του μαγαζιά γύρο γύρο, δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τίποτε με το κέντρο του Ηρακλείου, ήταν άλλο επίπεδο και το άλλο επίπεδο ήθελα να το προσεγγίσω και και με τράβαγε 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου