Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Το Ταβερνάκι του Μπίλια και οι Τοιχογραφίες του




 Το Ταβερνάκι του Μπίλια και οι Τοιχογραφίες του

Ήταν γύρω στα 1980, ένα ταβερνάκι στην Καλογρέζα δίπλα στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγή είχε γίνει τότε το στέκι μας. Όταν ξαναπήγα μετά από καιρό, στο ταβερνάκι που βρισκόταν δίπλα από την τότε ξύλινη εκκλησία των προσφύγων, δεν πήγα για να δοκιμάσω τους πολίτικους μεζέδες της ταβέρνας, άλλα για να ξανά θυμηθώ και να θαυμάσω τις υπέροχες τοιχογραφίες αυτής της ταπεινής και μικρής ταβέρνας προσφύγων και ανθρακωρύχων.
Και οι δυο της τοίχοι ήταν απ’ άκρη σε άκρη μια τεράστια τοιχογραφία, πιθανά κάποιος μερακλής πρόσφυγας, ίσως και κάποιος περαστικός καλλιτέχνης, τις ζωγράφισε με αντίτιμο το φαγητό του και το βραδινό του κρασάκι, θέλοντας και ο ίδιος να κρατήσει τις εικόνες από την Πόλη που άφησε πίσω του και τις χαμένες πατρίδες, ζωγράφισε περισσότερο με την καρδιά του και ολιγότερο με το πινέλο του όλον τον Κεράτιο κόλπο και την Αγιά Σοφία, τον Ιππόδρομο και όλα τα παραλιακά μέγαρα της εποχής του, όπως εκείνος τα είχε στο μυαλό του, έτσι που να τα βλέπουν οι άλλοι πρόσφυγες και να θυμούνται τι άφησαν πίσω τους.

Όταν τις είχα πρωτοδεί είχα εντυπωσιαστεί, ερασιτέχνης φωτογράφος εκείνο τον καιρό και μονίμως εραστής της τέχνης, είχα πει αυθόρμητα ότι κάποια μέρα θα επέστρεφα να τις φωτογραφίσω, την υπόσχεσή μου την είχα σχεδόν ξεχάσει….. έτσι εκείνη την ημέρα απλά πήγα με σκοπό να ξαναδώ αυτήν την ταπεινή ταβέρνα, να πιω ένα καφεδάκι και να ξαναδώ τις τοιχογραφίες, πλησιάζοντας όμως είδα συνεργεία να βγάζουν πράγματα, μπάζα παντού, εργάτες να πηγαίνουν και να έρχονται! Μπήκα μέσα και είδα δύο τεχνίτες με λινάτσες στα χέρια τους, τις οποίες κολλούσαν πάνω στις τοιχογραφίες με σκοπό να τις αποκολλήσουν από τον τοίχο της ταβέρνας, να τις πάρουν πριν κατεδαφίσουν το ταβερνάκι, απ ότι μου είπαν ήταν από τον Δήμο Νέας Ιωνίας, είχαν αναλάβει λέει να ξεκολλήσουν τους σοφάδες που ήταν επάνω οι τοιχογραφίες και να τις μεταφέρουν στο Δήμο, χωρίς να γνωρίζουν και οι ίδιοι την τύχη των τοιχογραφιών.

Εκείνη την στιγμή σκέφτηκα, ήρθε η ώρα να κάνω πράξη την υπόσχεση μου, να φωτογραφίσω τις τοιχογραφίες, λίγο πριν τις βγάλουν, λίγο πριν τις ξηλώσουν από τους τοίχους, εκεί που ήταν και στέκονταν για πάνω από 60 χρόνια, εκεί που τις είχαν δει χιλιάδες μάτια προσφύγων, και σίγουρα κατανάλωσαν πολλά κιλά κρασί για να σβήσουν των πόνο τους βλέποντας τες. Με τα φωτογραφικά μέσα που διέθετα εκείνο των καιρό χωρίς ιδιαίτερους φωτισμούς παρά μόνο τον φυσικό φωτισμού της άδειας ταβέρνας που κατεδαφιζόταν, τράβηξα αυτές τιςφωτογραφίες που βλέπετε.

Εκείνο τον καιρό δεν υποψιαζόμουν καθόλου την πιθανή εξέλιξη τους, δεν πέρναγε τότε από το νεανικό μου μυαλό τι πορεία θα είχαν αυτές οι τοιχογραφίες, το που θα αποθηκεύονταν, αν θα τύγχαναν της ανάλογης φροντίδας που τους έπρεπε, ή ακόμη αν θα καταχωνιάζονταν σε κάποιο υπόγειο και δεν θα τις ξανά έβλεπε κανένας. Αυτό που δεν μου πέρασε καθόλου από το μυαλό ήταν πώς αυτός ο καλλιτεχνικός λαϊκός πλούτος που στέκονταν εκεί και τον θαύμαζαν όλοι οι πρόσφυγες που πέρναγαν από την ταβέρνα έστω και για λίγο, θα μπορούσε να χανόταν, η και να κατέληγε σε κάποια ιδιωτική συλλογή κάποιου βαθύπλουτου, με τον πιο παράνομο τρόπο και να μην μπορούσε κανείς να τον ξανά δει.

  • Το ψάξιμο αρχίζει
Ειδικοί άνθρωποι σκέφτηκα είναι, ξέρουν τη δουλειά τους, θα τα αναδείξουν σε ένα μουσείο, σε κάποια αίθουσα του Δήμου, και έτσι θα τα απολαμβάνουν όλοι οι πολίτες! Θα πείτε υπερβολική αισιοδοξία, αφέλεια; νεανικότητα; άγνοια; έχω ακόμα ενοχές γι’ αυτό, μα έτσι έχουν τα πράγματα. Έχουν περάσει 35 χρόνια από τότε, το λέω και το ξανά λέω στους φίλους μου για μια ταβέρνα που πέρναγαν τις ελεύθερες ώρες τους οι πρόσφυγες της Καλογρέζας και κανείς δεν ξέρει τίποτα, έχουν αρχίσει όλοι να ξεχνούν, μόνο μερικοί κάτοικοι της γύρω περιοχής θυμούνται το ταβερνάκι του “Μπίλια” έτσι έλεγαν το ταβερνάκι με τις τοιχογραφίες δίπλα στην Εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής.

Φίλοι και γνωστοί φωνάζουν!! να βγάλουμε τις φωτογραφίες στην επιφάνεια, να αρχίσουμε να ψάχνουμε, τι έγιναν οι τοιχογραφίες από το ταβερνάκι του Μπίλια; που τις έχει ο Δήμος καταχωνιάσει; γιατί δεν τις έχουμε δει πουθενά τόσα χρόνια;

Μία πρώτη σκέψη ήταν να ανοιχτεί το θέμα σε «Δικτυακούς» φίλους και γνωστούς, στο «Facebook» έτσι ώστε οι νεώτεροι να μάθουν την ιστορία, να δουν τις φωτογραφίες, να αρχίσει ένας διάλογος για το εάν γνώριζε κάποιος άλλος τίποτε για την ταβέρνα του «Μπίλια» και τις τοιχογραφίες της. Φίλοι και παιδιά προσφύγων συμμετέχοντας στον δικτυακό διάλογο, έγραψαν πώς οι παππούδες τους συμμετείχαν στο κτίσιμο τις εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής, σύμφωνα με τα γραφόμενα τους ήταν ακόμη παιδιά όταν οι γονείς τους τους πήγαιναν στην ταβέρνα του Μπίλια και θυμούνται και αυτοί τις τοιχογραφίες, μόνο που κανείς τους δεν είχε βγάλει ούτε μια φωτογραφία εκείνη την εποχή.

Επόμενη στάση τις προσωπικής μου έρευνας ήταν στους εναπομείναντες πρόσφυγες προχωρημένης ηλικίας , ο κυρ Κυριάκος και η κυρία Βούλα μου έδειξε το σπίτι των παιδιών του Μπίλια, είχε δυο, μόνο που το ένα μας άφησε χρόνους και το άλλο έφυγε για να κάνει πατρίδα του την Κέρκυρα.

Μου ήρθαν στο μυαλό οι φωτογράφοι τις περιοχής, πώς δεν τους είχα σκεφτεί; Όμως οι φωτογράφοι εκείνης της εποχής είτε είχαν πεθάνει είτε είχαν συνταξιοδοτηθεί, το φωτογραφείο το έχουν αναλάβει τα παιδιά τους, έτσι η πρώτη μου στάση ήταν στη πλατεία αναπήρων, το διάσημο καλογρεζιώτικο φωτογραφείο το «ΦΩΤΟ ΠΑΛΛΑΣ» όπως λέγεται. Ένα ψηλό και γεροδεμένο παλικάρι μου τόνισε πως ο κύκλος εργασιών του δεν συμπεριελάμβανε την περιοχή της Ζωοδόχου Πηγής, τότε σκέφτηκα ότι ίσως ο «Ναυπλιώτης» θα γνώριζε περισσότερα!

Όμως και το φωτογραφείο του κυρίου Ναυπλιώτης τα ίδια, ο γιος έχει αναλάβει το φωτογραφείο και δεν ξέρει τίποτα, άλλα και ο πατέρας που τον βρήκα στο διπλανό καφέ να συζητά με τους φίλους του, μου δήλωσε ότι το μόνο που δεν είχε σκεφτεί ήταν να φωτογραφίσει το ταβερνάκι του Μπίλια και τις τοιχογραφίες που είχε μέσα και πως το μόνο που είχε φωτογραφίσει ήταν η παλιά εκκλησία λίγο πριν την γκρεμίσουν, τίποτε άλλο από γάμους και πάλι γάμους.

  • Μία επίσκεψη στο Δήμο κρίνεται απαραίτητη
Στην είσοδο του Δημοτικού Μεγάρου στις πληροφορίες υποβλήθηκα στο τυπικό έλεγχο, Τι να περιγράψεις; Για ταβέρνες ξεχασμένες; Τι να πρώτο εξηγήσω; Ευτυχώς έπεσα επάνω σ’ έναν συνομήλικο που είχαμε κοινές εμπειρίες και βιώματα, “ναι το θυμάμαι το ταβερνάκι και τις τοιχογραφίες του, θυμάμαι πως ο Δήμος έστειλε συνεργεία και πήραν της τοιχογραφίες, μόνο που δεν ξέρω εάν ήταν από τον Δήμο η από άλλη υπηρεσία, πιθανά από το Υπουργείο Πολιτισμού”.
Χαίρομαι που βρίσκω έναν άνθρωπο που γνωρίζει λεπτομέρειες και ας μην είναι σε διοικητική θέση. Τον ρώτησα πώς τα γνώριζε όλα αυτά και εκείνος μου απάντησε ότι ήταν από την περιοχή και επί πλέον τύγχανε να τα γνωρίζει λόγο της πολυετής του σχέσης με τον Δήμο. Και ο ίδιος αναρωτιόταν μαζί μου για την τύχη των τοιχογραφιών, μου πρότεινε να πάω στον αντιδήμαρχο Πολιτισμού στο κτήριο επί της Ηρακλείου.

Η επίσκεψη στο γραφείο του Αντιδημάρχου των πολιτιστικών θεμάτων ήταν περισσότερο κατατοπιστική για τον Αντιδήμαρχο και ολιγότερο για μένα, είναι αλήθεια πώς την καλή πρόθεση της Δημοτικής αρχής και των εκπροσώπων της κανείς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει και προσωπικά δεν αμφιβάλω πώς θα κάνει ότι μπορεί ώστε να μάθουμε όλοι μας για την τύχη των συγκεκριμένων τοιχογραφιών της ταβέρνας του Μπίλια, προσωπικά μου υποσχέθηκε ότι θα με ενημερώσει μόλις θα έχει πληροφορίες για την τελική τους τύχη.

ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ
Η συμβουλή ενός φίλου ήταν να απευθυνθώ στο ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ, Όμως τιείναι το ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ; Είναι το Κέντρο Ανάδειξης του Μικρασιατικού Πολιτισμού. Με την προτροπή του φίλου βρέθηκα στα γραφεία του Συλλόγου να συζητώ, να ενημερώνομαι και παράλληλα να ενημερώνω για το υλικό των φωτογραφιών και για τις πληροφορίες που είχα συγκεντρώσει γύρω από το θέμα των τοιχογραφιών.

Θεωρώ πια πως είναι καιρός να μοιραστώ όλες τις πληροφορίες, φωτογραφίες και μνήμες, που έχω συγκεντρώσει και φυλάξει, όχι μόνο με τους δικτυακούς μου φίλους, αλλά και με ανθρώπους που έχουν μια βαθύτερη γνώση γύρω από τα ζητήματα του Μικρασιατικού πολιτισμού και ασχολούνται συστηματικά με την έρευνα και την ανάδειξη τέτοιων ζητημάτων. Αυτό που ζητώ εγώ προσωπικά και νομίζω και όσοι ασχολούνται με τα ζητήματα της ιστορικής μνήμης είναι, αφενός να γίνουν ευρύτερα γνωστές οι φωτογραφίες αυτών των ξηλωμένων τοιχογραφιών και αφετέρου να προσπαθήσουμε όλοι μαζί για την εύρεση τους, να μάθουμε για την τύχη τους, που μπορεί να εκτίθενται σήμερα, με σκοπό να τις επισκεφθούμε και να τις ξαναδούμε, όχι μόνο εμείς που ενδιαφερόμαστε άλλα και όλοι οι πολίτες των ευρύτερων περιοχών….. παιδιά προσφύγων και μη.
Κώστας Στουμπιάδης