Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Ήταν ένα χαμογελαστό παιδί ο Περικλής

Ήταν ένα χαμογελαστό παιδί ο Περικλής 


Εκεί στον “Ήφαιστο” 
σε αυτή την νυχτερινή σχολή 
γνώρισα ένα χαμογελαστό παιδί ......

Ο Περικλής όπως τον γνώρισα 
Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

Στη νυχτερινή σχολή “Ηφαιστος” είχα γνωρίσει ένα μικρούλι, γεροδεμένο παιδί και πάντα χαμογελαστό, τον Περικλή. Με τον καιρό κατάλαβα ότι ήθελε έναν μεγάλο αδελφό, έναν καθοδηγητή, έναν φίλο. Παιδί από “διαλυμένη οικογένεια” έψαχνε την φιλία και την συντροφιά σε αλητοπαρέες που τον είχαν οδηγήσει από την μία κλοπή στην άλλη. Μπουκαρίσματα σε πλούσιες βίλες με σκοπό να αποσπάσουν τα χρηματοκιβώτια τους και να τα πήγαιναν στη Πάρνηθα, καταλήγοντας να τα κοπανάνε με βαριοποσύλες προκειμένου να ανοίξουν, μια και δεν είχαν άλλον τρόπο. Μέσα του δεν το ήθελε, δεν του πήγαινε..... άλλα ήθελε την παρέα τους και δεν είχε βρει και τίποτα καλύτερο.
Ήταν πολύ γεροδεμένο παιδί μπορούσε με μία μπουνιά να κατεβάσει έναν γορίλα, άλλα του έλειπε η τρυφερότητα, η πραγματική φιλία, ένας μεγάλος αδελφός, ένα πρότυπο αξιοπρέπειας μια και ο πατέρας του απ ότι φάνηκε λόγο τής “απόστασης” δεν μπορούσε να παίξει αυτόν τον ρόλο. Κάθε απόγευμα μ' αυτό το ρωμαλέο παιδί ήμασταν μαζί. Πραγματικά  ήταν ικανός να κάνει ότι του έλεγα. Για πρώτη φορά στην ζωή μου συνέβαινε κάτι τέτοιο, ένας άνθρωπος να με ακολουθεί και να θέλει να υποστηρίξει ότι έλεγα εγώ. Ήταν ικανός να σκοτώσει άνθρωπο εάν κάποιος με απειλούσε, στην αρχή δεν είχα καταλάβει την πλήρη αφοσίωση του, το δέσιμο του μαζί μου ήταν μεγάλο.

Εκείνο το διάστημα κάναμε συγκεντρώσεις στο πολυτεχνείο για τα ζητήματα της σπουδάζουσας νεολαίας και πάντα τον είχα μαζί μου, ήθελε να βρει μία κοπέλα να ακουμπήσει επάνω της, να δείξει την αγάπη του, να τον αγαπήσουν και εκείνον πραγματικά, το είχε ανάγκη. Με έβλεπε  να μιλάω με κορίτσια που δεν είχα καμία άλλου τύπου σχέση μαζί τους και νόμιζε ότι τα είχα με όλες. Με παρακολουθούσε όπως παρακολουθεί  το μωρό την μητέρα του, αντέγραφε ότι κινήσεις έκανα, το πως μιλούσα, το πως κόλλαγα στις κοπέλες, τον τρόπο που έκανα τοποθετήσεις στις συνελεύσεις.......μου φαίνεται πως με είχε αντιγράψει σχεδόν σε όλα!

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Ο Θείος “Κώστας”

        Ο Θείος “Κώστας”

          Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

  Ο Κώστας ήταν ο γιος της γιαγιάς Ελένης, ήταν ένα παιδί  μεγαλύτερο από εμένα κατά 8 χρόνια, μα  εκείνα τα χρόνια η διαφορά αυτή μου φαινόταν τεράστια. Ο Κώστας ήταν ήδη στην εφηβεία,  τον έχω στο μυαλό μου  με τους συνομήλικους φίλους του να οργανώνει πάρτι κάθε Σάββατο βράδυ. Είχε συνέχεια κρυφές συναντήσεις και κουβέντες  με την εγγονή της Γιατρά, της ιδιοκτήτριας του σπιτιού, όπου εκείνο το καλοκαίρι  κρατούσε ένα δωμάτιο προκειμένου να κάνουν διακοπές στο ''ονειρεμένο '' Ηράκλειο.

        Κάθε Σάββατο λοιπόν οργάνωναν πάρτι, ένας καινούργιος θεσμός για τα ήθη της εποχής, έτσι κάποιο Σάββατο και εγώ ήμουν παρών σε ένα τέτοιο πάρτι, το πρώτο πάρτι της ζωής μου και βέβαια που αλλού θα γινόταν  πέρα από την υπέροχη βεράντα που σας έχω περιγράψει παραπάνω, με τα άσπρα και μαύρα πλακάκια.

        Μόλις σουρούπωσε τα παιδιά είχαν οργανώσει τα φωτιστικά, εφέ,  χαμηλά χρωματιστά φώτα, ιταλική μουσική και τα καινούργια μουσικά ρεύματα, την λεγόμενη τότε Rock, κάτι ανάμικτο με ρυθμούς λάτιν, θυμάμαι ένα τραγούδι την Μαλαγκένια  με κυρίαρχο μουσικό ρεύμα  το “rock end roll”  “woole bulle” και συχνά ακουγόταν ο Έλβις,  όσο για τους  Βίτλις ήταν ακόμα άγνωστοι στο νεανικό κοινό εκείνης της εποχής και για ποτό μόνο Βερμούτ ένα καινούργιο ποτό πού ήταν της μόδας το οποίο  πήγαινε με την μουσική.

        Γύρω-γύρω από την βεράντα καρέκλες, τα παιδιά άρχισαν να έρχονται, και δειλά-δειλά άρχισαν να χορεύουν σε ζευγάρια, καινούργιες κινήσεις περίεργοι χοροί όλα ήταν καινούργια και εντυπωσιακά στα μάτια ενός 8χρονου αγοριού, μα πιο εντυπωσιακό ήταν ότι μετά το πάρτι κατά ζευγάρια τα παιδιά συζητούσαν χαμηλόφωνα και κατά διαστήματα γέλαγαν, μιλούσε ο ένας στο αυτί του άλλου και πάλι γελούσαν.

       Ένα είναι βέβαιο ότι ο Κώστας με τους φίλους του εκείνο το βράδυ δεν μας άφησαν να κοιμηθούμε μέχρι το πρωί με τα χαχανητά τους και τις ακαταλαβίστικες πονηρές κουβέντες τους

“Ο Πατέρας μου και η Μητέρα μου”

  Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη


 “Ο Πατέρας μου και η Μητέρα μου”
Ο πατέρας μου εκείνο τον καιρό δούλευε από εδώ και από εκεί δεν είχε μία σταθερή δουλειά, ήταν η βασική επιδίωξη όλων των εργατών εκείνη την εποχή ήταν να έχουν μια σταθερή δουλειά, ο πατέρας μου εκείνη τη χρονική στιγμή δούλευε στα πλαστικά Δρακοπούλου, όπου βρισκόταν επί της Λεωφόρου Ηρακλείου, στο σημερινό ΙΚΑ. Μαζί με την μητέρα μου, το πρωί είχε βάρδια η μητέρα μου και το βράδυ εκείνος, προτιμούσε να δουλεύει βράδυ γιατί το βραδινό μεροκάματο πληρωνόταν καλύτερα.

Μία ημέρα μου είπε η μάνα μου ότι εκείνο το πρωί στην δουλειά είχε μπορέσει να κρύψει στα συρματοπλέγματα ένα μεγάλο κομμάτι ύφασμα προκειμένου να μου φτιάξει ένα παντελόνι, αλλά φοβόταν να πάει μόνη της, έτσι μου πρότεινε να πάμε μαζί να το πάρουμε το βράδυ. Έτσι και έγινε, το βράδυ σαν τους κλέφτες ξεκινήσαμε περπατώντας από το σπίτι μας που βρισκόταν στην περιοχή της γέφυρας της Φιλοθέης και σιγά-σιγά φτάσαμε έξω από τα συρματοπλέγματα της επιχείρησης, στην Λεωφόρο Ηρακλείου, ψάχνοντας στα τυφλά τελικά βρήκαμε το περιβόητο κομμάτι υφάσματος και επιστρέψαμε στο σπίτι.

 Έτσι με αρκετό κόπο και την ιδιαίτερη ικανότητα που είχε η μητέρα μου η οποία γνώριζε από παιδί την τέχνη της μοδιστρικής, μου έφτιαξε ένα πολύ ωραίο παντελόνι και έμεινε και ύφασμα και για άλλες εργασίες. Ήταν τέτοια η φτώχεια και η δυσκολίες που περνούσαν οι οικογένειες εκείνη την εποχή, που για ένα κομμάτι ύφασμα διανύαμε χιλιόμετρα προκειμένου να καλύψουμε βασικές μας ανάγκες όπως την ένδυση τις βασικές μας ανάγκες δηλαδή,

Ο πατέρας μου στην προσπάθεια του να είμαστε αυτάρκεις και οικονομικά ανεξάρτητοι, όσο αυτό μπορούσε να είναι δυνατών είχε αρχίσει να εκτρέφει κουνέλια, κότες και απ' ότι νομίζω και πάπιες, ωστόσο τα κουνέλια πλήθαιναν και ναι μεν μπορούσαμε να καλύψουμε τις διατροφικές ανάγκες σε κρέας της δικής μας οικογένειας και της οικογένεια της γιαγιάς Ελένης, αλλά τα κουνέλια πλήθαιναν και έπρεπε συχνά να επεκτείνουμε τους χώρους που τα είχαμε συγκεντρωμένα. 

Το «σπίτι της Γιατράς»

Το «σπίτι της Γιατράς»  

Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

  Οι ανάγκες της οικογένειας μεγάλωναν και ήταν αδύνατον να χωρέσουμε σε ένα τόσο μικρό δωμάτιο με μια μικρή κουζίνα έξω από αυτό. Έτσι βρήκαμε ένα σπίτι κοντά στη περιοχή των Ανθρακωρύχων που μας χώριζε μία γέφυρα, της οδού Φιλοθέης. Το σπίτι αυτό συνόρευε με την γέφυρα και από την μία πλευρά του είχε ένα  τεράστιο  κτήμα όπου είχε πολλές φιστικιές, αχλαδιές, συκιές και άλλα δένδρα μα τα περισσότερα ήταν φιστικιές Αιγίνης, το σπίτι αυτό ήταν η παραθεριστική κατοικία της οικογένειας των Γιατρά, έφευγαν από την Κολιάτσου και παίρνοντας το τραίνο ερχόντουσαν στο Ηράκλειο και πέρναγαν τις  καλοκαιρινές τους διακοπές.  Τα πράγματα και η συνήθειες άλλαξαν οι μεσοαστοί του κέντρου της Αθήνας έχοντας πια αποκτήσει ένα αυτοκίνητο διεύρυναν τις μετακινήσεις τους και μπορούσαν να πάνε στο εξοχικό τους πια, σε κάποια μακρινή, για τα δεδομένα της εποχής,  παραλία της Αττικής π.χ Ραφήνα, Νέα Μάκρη, Λαγονήσι, έτσι το σπίτι αυτό έπαψε να αποτελεί την αποκλειστική εξοχική κατοικία τους. Βέβαια  για μερικά χρόνια αποτελούσε για τα εγγόνια τους εξοχικό προορισμό και έτσι κρατούσαν κάποιο χώρο για αυτά  σε περίπτωση που αποφάσιζαν να τους επισκεφθούν.

Το εν λόγο σπιτάκι είχε ένα μικρό καμαράκι οπού εμείς το μετατρέψαμε σε κουζίνα,  ο δε ''καμπινές''  ήταν έξω και μακριά από τους κατοικήσιμους χώρους.  Δίπλα από το κουζινάκι μας είχαμε ένα πηγάδι μεγάλο όπου από κεί αντλούσαμε νερό για τη λάτρα του σπιτιού, δίπλα στο πηγάδι είχε μία στέρνα για συγκέντρωση νερού και πλύσιμο ρούχων και άλλων χρήσεων,  δίπλα στον “καμπινέ” ήταν δύο μικρά καμαράκια και παρά δίπλα ένα μεγάλο κτίσμα που λειτουργούσε σαν αποθήκη, τον περισσότερο καιρό παρέμενε κλειστό. Στην σκεπή του την είχαν κάνει φωλιά τα άγρια πουλιά. Το πιο όμορφο μέρος αυτού του σπιτιού ήταν η βεράντα, μια βεράντα φανταστείτε στο μέγεθος ενός δωματίου, χωρίς τοίχους, σκεπαστή από την ίδια οροφή του υπόλοιπου σπιτιού κάτω το πάτωμα ήταν στρωμένο με ένα παλιό ασπρόμαυρο πλακάκι, τριγύρω απλωνόταν ένας απέραντος κήπος.

Προφήτης Ηλίας

Προφήτης Ηλίας 

Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

 Προφήτη Ηλίας,  ένα δωμάτιο, ίσα που χώραγε ένα κρεβάτι, των γονιών μου, και ένα μικρό, το δικό μου όπου έπαιζε και το ρόλο μπαούλου ώστε να αποθηκεύουμε τα χοντρά ρούχα της οικογένειας και δίπλα μια μικρή κούνια, του αδελφού μου πού άρχισε να μεγαλώνει σιγά σιγά, ένα κεντρικό τραπέζι που γύρο από αυτό μαζευόταν η οικογένεια, η  κουζίνα και ο «καμπινές» (έτσι λέγαμε τότε το μπάνιο)  ήταν προφανώς έξω.

      Τα  «καμαράκια του Μαμάη», έτσι έλεγαν τον ιδιοκτήτη της κάμαρης  που είχαμε για σπίτι. Αυτά τα καμαράκια ήταν μικρά, στην σειρά ένα γύρο από την αυλή και σε κάθε καμαράκι έμενε και μία οικογένεια. Αποτελούσε την πιο σύγχρονη έκδοση του προηγούμενου μαχαλά που ζούσαμε,  καθώς το ταβάνι δεν ήταν από τσίγκο αλλά από κεραμίδι, κανονικό και η κουζίνα δεν ήταν μια αυτοσχέδια γωνιά του σπιτιού αλλά ένας εξωτερικός, ξεχωριστός χώρος που τον χρησιμοποιούσαμε για μαγείρεμα.  Ήταν ο χώρος που θα μάθω την πιο συγκλονιστική είδηση της ζωής μου, όσο για την οικογένεια του κ Μαμάη, αυτή είχε σπίτι (κανονικό)  δηλαδή σαλόνι τραπεζαρία με εσωτερικό μπάνιο, ανήκουστο για εκείνη την εποχή.

           Μαζί με την μητέρα μου και τον μικρό μου αδελφό συχνά πηγαίναμε στην Αθήνα, στην πορεία έμαθα ότι αυτές οι συχνές επισκέψεις στο κέντρο, απώτερο σκοπό είχαν τα Νοσοκομεία. Ωστόσο εκείνο που τράβηξε το παιδικό μου ενδιαφέρων και θα μείνει ανεξίτηλο στην μνήμη μου, ήταν όταν είδα για πρώτη φορά στο «κουζινάκι»  μας, τη μάνα μου να κλαίει πάνω από την κατσαρόλα μαγειρεύοντας και ανακατεύοντας το φαγητό, φορούσε  θυμάμαι μία φούστα από αυτές πού έχουν πολλές πιέτες, τότε ήταν της μόδας, την κρατούσα από την φούστα την οποία σχεδόν τραβούσα και την ρώτησα επίμονα: «μαμά γιατί κλαις;» και η απάντηση της ήταν: «τίποτα παιδί μου ο Βαγγέλης είναι λίγο άρρωστος».

Μια απάντηση που θα την θυμάμαι σε όλη  μου την ζωή. Από τότε αρχίζει ο «Γολγοθάς» της μάνας μου και του πατέρα μου, οποίος κράτησε μέχρι την ημέρα πού πέθανε ο Βαγγέλης μας. Από την ημέρα που μάθαμε για την αρρώστια του αδερφού μου, η μάνα μου άρχισε να μου μεταθέτει ένα μικρό βάρος της, λέγοντας μου πάντα: «Κώστα το νου σου στο παιδί». Καθώς για όλη την οικογένεια μας ο Βαγγέλης, μέχρι τη στιγμή που τον χάσαμε ήταν πάντα ένα «παιδί», με την έννοια ότι ήταν ένας άνθρωπος που πάντα έχαιρε μίας ιδιαίτερης  προσοχής και φροντίδας.

Το σπίτι τής Ρένας

“a caza d irene”

        Απόσπασμα από την Αυτοβιογραφία του Κώστα Στουμπιάδη

“a caza d irene”  Η επίσκεψη στο Ηράκλειο εκείνη την εποχή από το κέντρο της Αθήνας για παρέες και
πολίτες που δεν είχαν αυτοκίνητο έμοιαζε με μία μακρινή εκδρομή, άλλα το τραίνο την έκανε εύκολη
και επισκέψιμη περιοχή, έτσι μία Κυριακή πρωί βλέπουμε μία ομάδα νέων παιδιών με τα φαγητά τους,
και ένα φορητό τους πικάπ με μπαταρίες,

κάτι άγνωστο για τα παιδιά της περιοχής του τότε Ηρακλείου
σαν συνήθεια, μια ανάγκη που για μας που ζούσαμε καθημερινά στους αγρούς μας ήταν άγνωστη,
απλώνουν τις πετσέτες τους και  ξαπλώνουν επάνω στα χόρτα, μπροστά στην διασταύρωση
της οδού Φιλοθέης και της σημερινής Μαρίνου Αντίπα, στο σημείο που σήμερα δεν μπορείς να
σταθείς από το θόρυβο των αυτοκινήτων, τότε ακόμα τον δρόμο τον διαμόρφωναν οι σιδηροδρομικές
γραμμές του τραίνου που πήγαινε στο Λαύριο, ακριβώς στο τέλος τής γέφυρας της Φιλοθέης
επάνω στον δρόμο απλώνουν τα φαγητά τους επάνω στο γρασίδι και στα χαμομήλια που
μοσχοβολούσαν από την πρωινή δροσιά  και να αρχίζουν να παίζουν μπάλα, να παίζουν παιχνίδια να
μαζεύουν λουλούδια να κάνουν βόλτες ανάμεσα στςης φιστικιές, και στο πικάπ να παίζει το
καινούργιο σουξέ της εποχής του Νico Fidenco  “a caza d irene”. 

Για πρώτη φορά ερχόμαστε σε επαφή με τα παιδιά του κέντρου τής Αθήνας και με τις συνήθειες τους, ερχόμαστε σε επαφή με μια άλλη κουλτούρα από την δική μας στην “επαρχεία του Ηρακλείου”, πρώτη φορά βλέπαμε με πικάπ με μπαταρίες, και ακούγαμε  ιταλική μουσική, για μάς η συνήθεια της εκδρομής ήταν κάτι το άγνωστο εκείνη την εποχή. Άγνωστα πράγματα για την εποχή μας και για της τότε  συνήθειές μας, χαζεύαμε αυτά τα παιδιά τα οποία μας εξηγούσαν τα λόγια του τραγουδιού και ονειρευόμαστε το σπίτι της Ρένας.

Σιγά σιγά ο ήλιος άρχισε να δύει και το απόγευμα τα παιδιά μάζεψαν όλα τους τα πράγματα τους το πικ απ και  έφυγαν για την Αθήνα, ξαφνικά νιώσαμε ένα καινό μια ησυχεία μια μοναξιά που μας πλάκωσε την ψυχή τελείωνε και η Κυριακή και αύριο θα είχαμε σχολείο.

Μες στο σκοτάδι συνεχίσαμε να παίζουμε στο απέραντο κτήμα της Γιατράς με τις φιστικιές, τα ξεχάσαμε όλα και ξανά μπήκαμε στον ρυθμό μας.

Το ποδήλατο μου

Το ποδήλατο μου 

 Απόσπασμα από την Αυτοβιογραφία του Κώστα Στουμπιάδη

Ένα κουρσάκι μάρκας pezo Εκείνο τον καιρό ήθελα απεγνωσμένα ένα ποδήλατο και το ζητούσα από τον πατέρα μου, θα έχουν περάσει από τότε 45 χρόνια, έξω από το μαγαζί του Σαβίδη, επί της οδού Βυζαντίου, απέναντι από το Πέτρινο Σχολείο ήταν ένα  ποδήλατο “κουρσάκι” μάρκας pezo μόλις το αντίκρισα,  εντυπωσιάστηκα και ρώτησα  την τιμή του, 2.500 χιλιάδες δραχμές, τότε ήταν ένα μεγάλο και σημαντικό ποσόν.

Το ζήτησα από τον πατέρα μου ο οποίος μόλις άκουσε την τιμή μόνο που δεν έβαλε τις φωνές από την απαίτηση μου, εγώ ήμουν ανένδοτος, το έβλεπα στον ύπνο μου και στο ξύπνιο μου, το μυαλό μου συνέχεια ήταν εκεί. Μία μέρα ο πατέρας μου έφερε στο σπίτι μας ένα κλασικό ποδήλατο, μα πολύ κλασικό, το αγάπησα θέλοντας και μη,  με αυτό έκανα τις βόλτες μου στην περιοχή πήγαινα, για ψώνια και θελήματα. Μα το όνειρο μου για ένα “κουρσάκι” παρέμενε ανεκπλήρωτος πόθος,

 προσπάθησα να τον πραγματοποιήσω όταν έγινα  είκοσι επτά  ετών, μα και πάλι στάθηκα άτυχος μια και μου το έκλεψαν, θα έπρεπε να περάσουν 45 χρόνια για να ξαναπάρω ένα ποδήλατο κούρσα όπως το ήθελα,  για τρίτη φορά,  ελπίζοντας ότι αυτή  θα σταθώ πιο τυχερός και δεν θα μου το πάρει κανείς. Έτσι  λοιπόν ένα όνειρο υλοποιείται μετά από σαράντα πέντε χρόνια καθυστέρησης, έστω και αργά το χαίρομαι, σκέφτομαι ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να υλοποιήσουν ποτέ τα όνειρα τους, ενώ εγώ τουλάχιστον το υλοποίησα έστω και καθυστερημένα. 

Το κινήγη

Απόσπασμα από την Αυτοβιογραφία του Κώστα Στουμπιάδη

Μια παρ ολίγο οδυνηρή εμπειρία 

Το κυνήγι, ήταν μία από τις πιο ευχάριστες δραστηριότητες που είχαμε σαν παιδιά καθώς  περιέχει ελευθερία, ξενοιασιά και ανεμελιά. Παράλληλα με την νεανική διάθεση για εξερεύνηση,  η περιοχή προσφερόταν για κυνήγι έτσι όπως ήταν δασώδης με  μεγάλες ακαλλιέργητες εκτάσεις που είχαν μείνει ''ορφανές'' από την κατοχή χωρίς ιδιοκτήτες και επικαρπωτές.

Δεν ξέρω πως μας είχε κολλήσει αυτή η τρέλα, αλλά θυμάμαι ότι είχαμε στο σπίτι πάντα ένα αεροβόλο, με το οποίο συχνά κυνηγούσαμε σπουργίτια και βάζαμε σημάδι διάφορα αντικείμενα.
   
         Κάποιες ημέρες κυνηγούσα αρκετές ώρες, μία ημέρα είχα φτάσει μέχρι το σημερινό “The mall”, μία καθόλου  ευκαταφρόνητη απόσταση για τα δεδομένα της εποχής και τα δικά μου. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι τότε δεν υπήρχαν κτίσματα παρά μόνο χωράφια και αμπέλια, αλήθεια, είχα εντυπωσιαστεί και εγώ με το ''κατόρθωμα'' μου .

Αγοράσαμε  ένα κυνηγετικό όπλο τύπου “φλομπερ” όπου έπαιρνε φυσίγγια με σκάγια  μικρής εμβέλειας αλλά αρκετά σοβαρότερο από το αεροβόλο, καθώς μεγάλωνα  ο πατέρας μου φαίνεται μου είχε περισσότερο εμπιστοσύνη, με την ιστορία που θα διηγηθώ θα φανεί ότι με τα όπλα δεν πρέπει να έχει κανείς εμπιστοσύνη και σιγουριά ιδιαίτερα στα παιδιά.

Κυνηγούσαμε με τον αδελφό μου και το φλόμπερ, δεν είχαμε χτυπήσει κανένα σπίνο, προς το μεσημέρι άρχισα να βαριέμαι και είχαμε φτάσει κοντά στο σπίτι, που  πάντα έβγαζα τα φυσίγγια από την θαλάμη του όπλου, σίγουρος πώς και αυτή την φορά θα έχω βγάλει το φυσίγγιο, γυρίζω προς τον αδελφό μου και του λέω: “θα σου ρίξω”, έχοντας στραμμένη την κάννη του όπλου προς το μέρος του, αστειευόμενος,  αλλά δεν πατάω την σκανδάλη  και αμέσως στρέφω την κάννη του όπλου προς άλλη κατεύθυνση και πατάω την σκανδάλη και το όπλο εκπυρσοκροτεί.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

1ο Δημοτικό Σχολείο Ηρακλείου Αττικής

Απόσπασμα από την Αυτοβιογραφία του Κώστα Στουμπιάδη

1ο Δημοτικό Σχολείο
Όταν εγκατασταθήκαμε στο σπίτι της Γιατράς θα ήμουν περίπου εννέα ετών, από το σχολείο τον Αλωνίων του Παλαιού Ηρακλείου, έτσι το λέγαμε τότε, έφυγα κατά την διάρκεια της Γ' τάξης και μετακινήθηκα στο Α΄ Δημοτικό Σχολείο του κεντρικού Ηρακλείου. Ένα σχολείο σύγχρονο για τα δεδομένα της εποχής, μια και δεν υπήρχε κανένα σχολείο κοντύτερα στο σπίτι μας αναγκάστηκα να διανύω μια αρκετά μεγάλη απόσταση για την ηλικία μου, από την Γέφυρα της οδού Φιλοθέης μέχρι το κτήριο της Ηλέκτρας Αποστόλου, όπου βρίσκεται ακριβώς δίπλα μέχρι και σήμερα το 1ο Δημοτικό Ηρακλείου. Μία απόσταση σχεδόν ενός χιλιομέτρου.

Η καθημερινή επίσκεψη στο κέντρο του Ηρακλείου ήταν για μένα ένα μεγάλο πολιτισμικό σοκ. Με έφερε σε επαφή με έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο που μέχρι τότε θα έλεγα ότι μου ήταν ''άγνωστος'', ήρθα σε επαφή με μία τάξη μαθητών που προέρχονται από αρκετά ευκατάστατες οικογένειες , με συμμαθητές που είχαν στο σπίτι τους καθημερινά νταντάδες και υπηρετικό προσωπικό, με συμμαθητές που κουβαλούσαν μαζί τους εκτός από πολλά χρήματα και μία σειρά πράγματα και αντικείμενα που εγώ όχι δεν είχα άλλα και δεν είχα φανταστεί ποτέ μου ότι υπάρχουν. 

Εκτός από τα φτηνά και παλιά μου ρούχα πρέπει να είχα και μία δυσοσμία πού εγώ δεν την καταλάβαινα αλλά την καταλάβαιναν οι συμμαθητές μου γιατί μία φορά ένας συμμαθητής μου παραπονέθηκε στην δασκάλα μου κλείνοντας την μύτη του και δείχνοντας προς εμένα που καθόμουν δίπλα του, η δασκάλα του απάντησε: “τι να κάνουμε Ορέστη μου υπομονή”.

Αυτός ήταν ο Ορέστης Φραγκόπουλος, με πατέρα δικηγόρο και ιδιόκτητη βίλα από το επάνω μέρος των γραμμών τού τραίνου, μα όταν δυσκολευόμουν στα μαθήματα μερικές φορές πήγα στο σπίτι του και πήρα την βοήθεια της μητέρας του, ιδιαίτερα στα μαθήματα γεωγραφίας. Μοιάζει παράξενο αλλά όταν όλα τα παιδιά της τάξης μου συζητούσαν για τον πλανήτη και τα περισσότερα είχαν στο σπίτι τους μία υδρόγειο εγώ δεν την είχα δει ούτε από κοντά. Συζητούσαν για τις συντεταγμένες, τις οριζόντιες γραμμές και τον ισημερινό και εγώ ήμουν στον κόσμο μου.

Από την γειτονιά ξεκινάγαμε μαζί με ένα άλλο παιδί, συνομήλικο, το Θόδωρα το Δρόσο, μόλις φτάναμε κοντά στο κέντρο του Ηρακλείου, κοντά στο περίπτερο, έξω από το φαρμακείο του Παπαθάνου, ο φίλος ο Θόδωρας έβγαζε από την τσέπη του ένα μάτσο λεφτά και αγόραζε τσίχλες που μέσα είχαν μία κάρτα που θα την πρόσθετε μαζί με ένα σορό άλλες που είχε και όταν φτάναμε στο σχολείο έβρισκε άλλα παιδιά και άρχιζαν να παίζουν με αυτές τις κάρτες, μία ο ένας και μία ο άλλος και όταν κάποιος είχε την ίδια κάρτα με αυτήν που είχε ρίξει ο προηγούμενος αυτός έπαιρνε τα χαρτιά. 

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Μεγαλώνοντας στο Ηράκλειο

                                      Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη
Η αυλή μας, στα καμαράκια του Θεμιστοκλή 


Μεγαλώνοντας στο Ηράκλειο

Ένιωσα την ζωή μου να εκτυλίσσεται σε ένα ''αδιαμόρφωτο'' περιβάλλον που περισσότερο προσομοίαζε με εκείνο του χωριού και κατά πολύ λιγότερο με αυτό των προαστίων της Αθήνας, μιας Αθήνας με εμφανή τα σημάδια του πολέμου, όπου προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της. Αδιαμόρφωτοι χώροι, ανοιχτά και ακαλλιέργητα οικόπεδα, όπου η λέξη «περίφραξη» ήταν άγνωστη, τσοπάνηδες με πρόβατα να βόσκουν ελεύθερα  και σε ότι αφορά το οικιστικό κομμάτι αποτελούταν από παλιές εξοχικές κατοικίες του μεσοπολέμου καθώς και  μικρές αγροτικές κατοικίες.

      Όσο και εάν φαίνεται παράξενο το Ηράκλειο αποτελούσε παραθεριστικό θέρετρο των μεσοαστών της τότε Αθήνας, σε αυτό είχε συντελέσει καθοριστικό ρόλο ο «Ηλεκτρικός Σιδηρόδρομος» που είχε αντικαταστήσει τον «καρβουνιάρη». Η αρχή της ζωής μου συνέπεσε με μία «κοσμογονική» αλλαγή, το πετρέλαιο, το οποίο είχε αρχίσει σταδιακά να αντικαθιστά το κάρβουνο. Κυριολεκτικά και μεταφορικά ήμουν χρονικά παρόν στα (γεννητούρια) αυτής της ιστορικής αλλαγής, για την οποία θα σας διηγηθώ στην συνέχεια.

      Κάνοντας μια ιστορική ανασκόπηση, γύρω στο 1830 εντοπίζονται οι πρώτοι  έποικοι του Ηρακλείου που αποτελούνταν από το λόχο υπεράσπισης και προστασίας του Βασιλιά Όθωνα, με έδρα το Παλαιό Ηράκλειο, όπως συνηθιζόταν να λέγεται τότε.
Μετά την κατασκευή της γραμμής του καρβουνιάρη, αρχής γενομένης από την σημερινή πλατεία Λαυρίου, δίπλα από την πλατεία Ομονοίας όπου κατέληγε στο Λαύριο,  για της ανάγκες των Μεταλλίων Σερπιέρη, σύμφωνα με μία ιστοσελίδα που αφορά την Ιστορία της Λατρευτικής, ότι «ο Αττικός σιδηρόδρομος  κατασκευάστηκε από την Ελληνική εταιρεία που ξόδεψε, τότε, 6.000.000 δρχ. στα πλαίσια οικονομικού διακανονισμού της εταιρείας με το ελληνικό κράτος, στο οποίο χρωστούσε πολλά περισσότερα, σύμφωνα με τη σύμβαση του 1873. Όπως αναφέρει η εφημερίδα ΕΣΤΙΑ η επίσημη παράδοση του έργου έγινε στις 20 Ιουνίου του 1885 . Η λειτουργία του σταμάτησε το 1957. Η γραμμή που ξεκινούσε στην αρχή από την πλατεία Αττικής και αργότερα από την πλατεία Λαυρίου στην Ομόνοια διέσχιζε τα χωριά των Μεσογείων και κατέληγε στο λιμάνι της πόλης μας, δηλαδή το Λαύριο. Το σιδηροδρομικό δίκτυο είχε συνολικό μήκος 96 χμ. και το ταξίδι διαρκούσε περίπου δυόμισι ώρες»), κοντά στο σταθμό του Ηρακλείου άρχισαν να ξεπηδούν και οι πρώτες παραθεριστικές κατοικίες των πιο ευκατάστατων Αθηναίων.