Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Μέρες Πολυτεχνείου


Μέρες Πολυτεχνείου
έχω ακούσει ότι στην Αθήνα την προηγούμενη νύχτα έχουν γίνει φασαρίες με τους φοιτητές στο πολυτεχνείο και ένα τανξ μπήκε από την πύλη μέσα σκοτώνοντας κόσμο και φοιτητές, θέλω να μάθω; να δω τη γίνεται; τη συμβαίνει στην πόλη μου όσο εγώ ήμουνα φαντάρος; παίρνω το λεωφορείο και κατ ευθείαν για το τέρμα, τότε το τέρμα όλων των γραμμών των λεωφορείων είναι στο κέντρο δηλαδή στην πλατεία Κάνιγγος, εκεί ας με πάει και μετά βλέπω τη θα κάνω σκέφτομαι, το λεωφορείο σταματά αναγκαστικά, λέει ο οδηγός τού Λεωφορείου, δεν μπορώ να συνεχίσω πιο πέρα, απαγορεύετε μας λέει, μέχρι την Αλεξάνδρας στο ύψος τής σημερινής ΓΑΔΑ τότε φυλακές Αβέρωφ.

Κατεβαίνω σιγά σιγά με τα πόδια, ο κόσμος αραιός δεξιά και αριστερά στον δρόμο, αρχίζω να καταλαβαίνω τον λόγο, ανεβαίνουν από το κάτω μέρος τής Αλεξάνδρας σε όλο το μήκος και στα δύο ρεύματα τού δρόμου αστυνομική, με τα όπλα τους και ρίχνουν με αληθινά πυρά στους ανθρώπους πού βρίσκουν μπροστά τους χωρίς διάκριση και χωρίς έλεγχο, έφτασαν ως το σημερινό ΙΚΑ και γύρισαν πίσω, ο κόσμος σιγά σιγά άρχισε να κατεβαίνει κάτω, με μεγάλη προσοχή και εγώ κατέβαινα προς την Πατησίων, όταν έφτασα στην διασταύρωση Αλεξάνδρας και πατησιών δεν πίστευα στα μάτια μου αυτό πού έβλεπα, είδα ρημαγμένα μαγαζιά, διαλυμένες σχεδόν λιωμένες ζαρντινιέρες, κάδους σκουπιδιών καμένους, και διαλυμένα περίπτερα, ο κόσμος δεν κινείτο παρά μόνο για να δει αυτά πού είχαν γίνει την προηγούμενη βραδιά, έτσι τουλάχιστον νόμιζα στην αρχή, μαγαζιά διαλυμένα και τρυπημένα τα τζάμια και οι τοίχοι τους από τής σφαίρες τής προηγούμενης βραδιάς, ροδιές από τάνξ, διαλυμένα αυτοκίνητα από την επέλαση τους, τα σημάδια ήταν εμφανή παντού.

Στην Ηπείρου και πατησιών ήταν τότε ένα μαγαζί με πρόχειρο φαγητό, οι τείχη και τα δοκάρια πού ήταν επενδεδυμένα από αλουμινοκατασκευή, η κατασκευή αυτή ήταν διάτρητη με τρύπες από σφαίρες της προηγούμενης βραδιάς, στην ίδια γωνιά ακριβώς απέναντι, πού οδηγήσει προς στην κυψέλη και στην Δροσοπούλου η δεξιά γωνιακή πολυκατοικία από τούς ορόφους έριχναν στους περαστικούς τρόφιμα άλλα και ρουχισμό, τότε κατάλαβα ότι και αυτοί πού ήταν κάτω στον δρόμο εκείνη την στιγμή δεν ήταν απλά περαστική όπως και εγώ, αλλά κόσμος που προσπαθούσε να κρυφτή, και έψαχνε κάτι να φάει, γιατί ήτανε κριμένη από το βράδυ, και τώρα άρχισαν σιγά σιγά σιγά να ξεμυτούν από τής κρυψώνες τους, εγώ απλά έβλεπα αυτά πού γίνονται μπροστά στα μάτια μου.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Βαγγέλης και το Μηχανάκι του, στο Κουρταλιώτικο Φαράγγι

στο Ποτάμι της άγιας Ρουμέλης  Φαράγγι Σαμαριάς
Βαγγέλης και Δώρα στη Μονή Πρέβελη και Κουρταλιώτικο Φαράγγι 

Τα έχω μπερδέψει λίγο στο μυαλό μου και νομίζω πώς ο Βαγγέλης είχε τότε στην Κρήτη μαζί του το μηχανάκι που πρόσφατα είχε αγοράσει και το χρησιμοποιούσε στην Αθήνα, ένα μηχανάκι μάρκας fantic Motor, ένα μικρό μηχανάκι πρέπει να ήταν 50 κυβικά δίχρονο, δώσαμε μάχη στο σπίτι για να το πάρει, εγώ είδη είχα το δικό μου μηχανάκι μάρκας Carelli και αυτό 50 κυβικά, ο Βαγγέλης πήγαινε κάθε μέρα στην Αθήνα για δουλειά με το τρένο και στην συνέχεια λεωφορείο και περπάτημα, έτσι ήθελε ένα δικό του μέσον, το πάλευε και ο ίδιος μα οι γονείς μου λόγο της αρρώστιας του και του ευαίσθητου οργανισμού του συνεχώς τού έλεγαν όχι, μου ζήτησε την αδελφική μου συνδρομή
-θέλω να πάρω μηχανάκι και δεν με αφήνουν, μου λέει μια ημέρα,
-θα το πούμε στον μπαμπά το βράδυ του λέω, όταν φτάσαμε στο σπίτι ένα βράδυ οι γονείς μου κοιμόντουσαν, εγώ έξω από το δωμάτιο του πατέρα μου μαζί με τον Βαγγέλη του φωνάζω,
-μπαμπά ο Βαγγέλης θα πάρει μηχανάκι!!!!
-φοβάμαι μην πέσει ρε παιδί μου και χτυπήσει, και μετά θα έχουμε άλλα ντράβαλα, αυτό φοβάμαι τίποτε άλλο,
-θα προσέχω ρε μπαμπά, απαντά ο Βαγγέλης,
-θα πάρει και θα προσέχει, τονίζω με έντονη φωνή εγώ
-Κάντε ότι θέλετε, αλλά θα κτυπάτε το κεφάλι σας, σάς το λέω με τα μηχανάκια που μπλέξατε, εσύ μεγάλε τα φταις όλα εσύ!!!, μου έριχνε τις ευθύνες για τα ανοίγματα που έκανε και ακολουθούσε και ο Βαγγέλης

Γράφοντας αυτά σήμερα μετά από τόσα χρόνια μπορώ να καταλάβω τις φοβίες που είχε ο πατέρας μου σαν πατέρας τότε, εγώ και ο αδελφός μου δεν τον καταλαβαίναμε καθόλου τον φουκαρά, σήμερα μπορώ να πω πώς είχε δίκιο τότε πού φοβόταν, είχε ένα παιδί με μεσογειακή αναιμία που κάθε μήνα μεταγγιζόταν, και κάθε τόσο είχε ένα σορό προβλήματα με την υγεία του και από πάνω του προσθέταμε και ένα ακόμα πρόβλημα ένα μηχανάκι που κινδύνευε κάθε στιγμή στην “ζούγκλα” τής Αθήνας, με συνέπεια να τρακάρει και με το παραμικρό θα βρισκόταν ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο, πώς να έλεγε λυπών ναι στη απαίτηση του Βαγγέλη, πώς; σήμερα εάν ο γιος μου μου ζητούσε μηχανάκι με την εμπειρία πού έχω από τα κατά καιρούς μηχανάκια που πέρασαν από τα χέρια μου και τής πτώσεις που αντιμετώπισα θα έλεγα για το καλό του γιου μου γιατί τον υπεραγαπώ, όχι και πάλι όχι!!!, έτσι ο Βαγγέλης αγόρασε το μηχανάκι, ήταν ένα μηχανάκι μικρό και λεπτό σαν και εκείνον, ίσα που τον σήκωνε και τον μετέφερε, στο πήγαινε έλα στην Αθήνα καθημερινά, το είχε μαζί του νομίζω στην Κρήτη εκείνο τον καιρό έτσι έφτασε πρώτος έξω από το μοναστήρι της Μονής Πρέβελης και μας περίμενε, εγώ μαζί με την Δώρα τραβήξαμε κάτι πορείες μέσα στο λιοπύρι φορτωμένη πάντα με τα σακίδια μας απερίγραπτες, δεν θυμάμαι πώς φτάσαμε από το ροδάκινο στον κεντρικό δρόμο επάνω στο χωριό Πρέβελη και με τα πόδια συνεχίσαμε στον χωματόδρομο μέχρι την Μονή Πρέβελης,

Μαζί με τον Βαγγέλη και την Δώρα αρχίσαμε να κατηφορίζουμε για το φαράγγι μια κατηφόρα δύσκολη ακόμα και για υγιής ανθρώπους παρ όλα αυτά ο Βαγγέλης το χαιρόταν και αυτό ήθελα και εγώ να χαρεί την φύση, το ταξίδι, την εξερεύνηση, το άγνωστο, τον είχα τραβήξει σε μέρει δύσκολα μα υπέροχα και ένιωθα πώς τα χαιρόταν και το απολάμβανε, μπορούσε να συμπεριφερθεί σαν όλους του ανθρώπους και ένιωθα και εγώ καλά και μου άρεσε, ήταν η πρώτη φορά που πηγαίναμε διακοπές μαζί μόνοι μας χωρίς τους γονείς μας και τον ρόλο του πατέρα και τής μάνας τον είχα αναλάβει διακριτικά εγώ, με την συμβουλή της μάνας μου να ηχεί στα αυτιά μου “Κώστα το νου σου στο παιδί, το παιδί και τα μάτια σου” και βέβαια των πρόσεχα και των τράβαγα σε δύσκολα μονοπάτια, δίνοντας του χώρο που θα μπορούσε να τον διαβεί χωρίς να νιώθει πώς του ήταν αδύνατον να τον περπατήσει,

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Πέμπτη Δημοτικού

Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη


Πέμπτη Δημοτικού
      Μεγάλωνα, και και παράλληλα με μένα μεγάλωνε και ο πληθυσμός του Ηρακλείου, έτσι κατά τα μέσα τής Πέμπτης δημοτικού ο Δάσκαλος μου δίνει κάτι χαρτιά μια και το σπίτι μου βρισκόταν κοντά στο καινούργιο σχολείο πού είχε ανοίξει και βρισκόταν στον σημερινό φούρνο του Σκρέκη και θα εξυπηρετούσε τα παιδιά τής γύρω περιοχής τον καρβουρνιαρέων και τής γύρω περιοχές σαν και την δική μου

      Μετά από μερικές ημέρες παίρνουμε τα χαρτιά μας και μετακινούμαστε στην μέση της πέμπτης στο καινούριο πια σχολείο πού βρισκόταν κοντά στο σπίτι μας, ήταν μια σημαντική αλλαγή μια με απόκοψαν από τα παιδιά του κεντρικού ηρακλείου, πάψαμε να βρισκόμαστε μαζί με τα παιδιά του κέντρου πού είχαν έναν άλλο τρόπο ζωής και συμπεριφοράς είχαν έναν άλλο αέρα ήταν περισσότερο πρωτοβουλιακά συγκριτικά με εμάς τα παιδιά τον εργατικών συνοικιών τον περιχώρων τον καρβουρνιαρέων. 

      Από τα παιδιά του κέντρου παίρναμε ερεθίσματα και ιδέες για ένα άλλο τρόπο ζωής από τον δικό μας, μα και αυτόν τον άλλον τρόπο ζωής τον βλέπαμε μόνο το πρωί μια και δεν μπορούσαμε να έχουμε το απόγευμα συναντήσεις γιατί η απόσταση μας ήταν μεγάλη και σαν παιδιά τότε δεν μπορούσαμε να την καλύψουμε, έπρεπε να περάσουν μερικά χρόνια να αποκτήσουμε μια μεγαλύτερη ανεξαρτησία για να ξανά έρθουμε σε επαφή μαζί τους, τα ξανά συνάντησα στα δέκα εφτά μου πάλι ξανά, μα και πάλι θα νιώθαμε την διαφορά μεταξύ μας

Η Ένταξη μου στους Άλκιμους


Μόλις εντάχτηκα στους Άλκιμους
Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

Άλκιμοι Ο πατέρας μου σκέφτηκε να με γράψει στους Άλκιμους, όπως σήμερα οι γονείς πηγαίνουν τα παιδιά τους στα αγγλικά, στο κολυμβητήριο και στο μπαλέτο. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε τίποτε από αυτά πάρα μόνο οι Πρόσκοποι και οι Άλκιμοι. 

Δε ξέρω γιατί επέλεξε τούς Άλκιμους αλλά ήταν μία ακόμα ευκαιρία να έρθω σε επαφή με τα παιδιά του κεντρικού Ηρακλείου και να τα γνωρίσω καλύτερα, κάθε Κυριακή πρωί η συνάντηση γινόταν επί της οδού Έρμού, απέναντι από το σημερινό μεζεδοπωλείο “Κίτρο” είχε ένα οικόπεδο ανοιχτό και μαζευόμαστε εκεί με αρχηγούς, ένας εξ αυτών ήταν ο σημερινός τραγουδιστής Μπουλουγούρας.

 Οι ασχολίες μας ήταν τα ομαδικά, κλασικά παιχνίδια, όπως ''κυνήγι του θησαυρού'' και οι βόλτες. Σύντομα διαπίστωσα ότι τα περισσότερα παιδιά του Ηρακλείου πήγαιναν στους Προσκόπους, έχω την εντύπωση ότι ίσως εκεί να ήταν καλύτερα τα πράγματα εάν πήγαινα. 

Τα ενδιαφέροντα και τα ερεθίσματα που λάμβανα από κει δεν ήταν σπουδαία και όσο μεγάλωνα αισθανόμουν ότι δεν καλυπτόμουν από τους Άλκιμους, έτσι άρχισα σιγά σιγά να απομακρύνομαι έχοντας την αίσθηση ότι ήταν ανούσιο να αφιερώνω εκεί το Κυριακάτικο πρωινό μου.

Μια μέρα ο δάσκαλος μας ανακοίνωσε: “Σήμερα παιδιά δεν θα κάνουμε σχολείο, γιατί δολοφονήθηκε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, τον Τζον Κένεντι”, ούτε ξέραμε ποιος ήταν και τι μπορούσε να σημαίνει αυτή η δολοφονία για την ζωή μας, αυτό που μας ενδιέφερε ήταν ότι δεν θα είχαμε σχολείο και ότι θα πηγαίναμε στα σπίτια μας να το ρίξουμε στο παιχνίδι. 

Και είχε μία φοβερή ημέρα, τη θυμάμαι σαν να είναι τώρα, ο ήλιος έλαμπε και όλα ήταν λουσμένα από τον ήλιο, τα πάντα λαμποκοπούσαν, έτσι εγώ έπαιξα με τον γείτονα μου, τον Άκη τον Ρεπούση στον πρόσφατα ασφαλτοστρωμένο δρόμο πού έκοβε εγκάρσια το απέραντο χτήμα μας. 

Ο Άκης ήταν ένα συνομήλικο παιδί, το οποίο είχε τη συνήθεια να παίζει στο απέραντο κτήμα με τις φιστικιές, το οποίο βρισκόταν μπροστά από το σπίτι μας.

Μας άρεσε να ανεβαίνουμε στα δένδρα και να κόβαμε φιστίκια, αχλάδια και ότι άλλο μπορεί να φανταστείτε. Έτσι, απλά περπατάγαμε δίχως σκοπό και προορισμό, κλοτσάγαμε ότι βρίσκαμε στο δρόμο, γελάγαμε με οτιδήποτε και συζητούσαμε συνήθως καθισμένοι στο καινούργιο κράσπεδο. Κάποια στιγμή είχαμε πάρει μία πέτρα και κοπανάγαμε ασυναίσθητα το κράσπεδο, κοπανάγαμε μέχρι που του κάναμε ένα χώρισμα χωρίς να το καταλάβουμε, όταν καταλάβαμε ότι αυτό που κάναμε ήταν ζημιά, σταματήσαμε.

 Είχαμε σπάσει το κράσπεδο που μερικές ημέρες πριν είχε φτιαχτεί από κάποιους τεχνίτες, εντυπωσιαστήκαμε από τη ζημιά που μπορούσαμε να κάνουμε, έτσι όπως αντιλαμβάνεστε το μόνο που δεν είχαμε στο μυαλό μας, ήταν η δολοφονία του Τζον Κένεντι.


Ο Νερουλάς.


Απόσπασμα από την Αυτοβιογραφία του Κώστα Στουμπιάδη

Ο Νερουλάς. 1960 Εκείνο τον καιρό νερό στα σπίτια μας όπως το ξέρουμε σήμερα ήταν κάτι το άγνωστο, ο μόνος τρόπος για να πάρουμε νερό για πόσιμο ήταν ο νερουλάς. Στη σημερινή πλατεία “Μπομποτίνου”, εκεί που σήμερα είναι ένας παιδικός σταθμός μπροστά από το σπίτι υπήρχε μία μεγάλη δεξαμενή νερού, ερχόταν ο κυρ Παντελής και με την σφυρίχτρα του καλούσε όλες τις νοικοκυρές για να πάρουν νερό με τον κουβά, 0,50 λεπτά της δραχμής τον κουβά. Πολλές φορές μαζί με την μάνα μου πηγαίναμε και παίρναμε νερό για πόσιμο, γιατί όσο για λάτρα του σπιτιού μας ας ήταν καλά το πηγάδι μας.

Σε αυτό το πηγάδι θυμάμαι την μάνα μου κοπέλα θα ήταν περίπου στα 35 τότε, όταν για πρώτη φορά γέμισε ο βόθρος και έπρεπε να τον αδειάσουμε, άλλα τα λύματα ήταν αρκετά στερεά και δεν μπορούσε να τα τραβήξει το βυτίο , έτσι ο χειριστής του ζητούσε να ρίξουμε λίγο νερό να ρευστοποιηθούν, εγώ ήμουν μικρός και καθόλου ικανός για μια τέτοια δουλειά, εφόσον ο πατέρας μου έλειπε σε δουλειά στην επαρχεία την αντρική δουλειά την ανέλαβε η μητέρα μου.

 Με δύναμη πραγματικού άντρα ανέλαβε τη δουλειά, την φέρνω στο μυαλό μου και την φαντάζομαι γίγαντα κανονικό και όχι γυναίκα, με τι δύναμη και ταχύτητα έβγαζε τους κουβάδες από το πηγάδι και τους μετέφερε στο σημείο του βόθρου. Απόσταση πάνω από 50 μέτρα, και πάλι μέσα τον κουβά στο πηγάδι τράβηγμα γρήγορα και πάλι μεταφορά, 

δεν ξέρω για πόση ώρα συνεχίστηκε αυτό, το έχω στο μυαλό μου πώς πήγε και ήρθε αρκετές φορές κουβαλώντας τον κουβά σαν κανονικός άντρας, πραγματικό θεριό η μάνα μου κουβάλαγε τον κουβά από το πηγάδι στον βόθρο και ξανά μέσα και ξανά κουβάλημα, ίσως στο μυαλό μου να τα έχω μεγαλώσει κάπως ίσως πάλι λόγο των παιδικών ενοχών μου καθώς δεν μπορούσα να βοηθήσω την μητέρα μου εκείνη την εποχή. 

Στο τέλος κουρασμένη και εξαντλημένη είχε ιδρώσει, και με την αντίστροφη του χεριού της σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό της λέγοντας στον χειριστή του βυτίου: “εντάξει είναι τώρα”; Η καημένη είχε κουραστεί και εγώ ανήμπορος κοίταγα το θέαμα και μάθαινα, μάθαινα, πώς θα πρέπει να συμπεριφερθεί όταν ο ένας από το ζευγάρι βρεθεί στην ανάγκη. 

 Εκείνη την ημέρα η μάνα μου ήταν σαν κανονικός άντρας με στιβαρά μπράτσα και ατσαλένια θέληση, Εγώ παιδί τότε δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, το μόνο πού μπορούσα να κάνω εκείνη τη στιγμή ήταν να κοιτάζω


Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Η γιαγιά Ελένη

      
     
 
Η γιαγιά Ελένη με τον Βαγγέλη και τον Πατέρα 
Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

      Οικογένεια Ξουρή
      Η οικογένεια Ξουρή ήταν η νέα οικογένεια της γιαγιάς μου από την πλευρά του πατέρα μου, που για ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου συγκατοικούσε σε διπλανά από μας δωμάτια. 

      Ο κύριος συνδετικός οικογενειακός κρίκος ήταν η μητέρα του πατέρα μου, μία γυναίκα καλοσυνάτη χωρίς κακία, στρουμπουλή και πάντα χαμογελαστή, με ένα περιμετρικό κότσο γύρο από τα μαλλιά της , τα τύλιγε γύρο από μία χειροποίητη κατασκευή από μαλλιά που την βοηθούσαν να τυλίξει τα μακριά μαλλιά της γύρο από αυτό, αυτήν την κατασκευή την έλεγε “γυουρούδι”, εγώ και ο αδελφός μου τής δώσαμε αυτό το 

      παρατσούκλι και την φωνάζαμε “γυουρούδα” από το όνομα αυτής της κατασκευής .  



      Η γιαγιά Ελένη, ήταν η μάνα του πατέρα μου, ήταν η γιαγιά μας! Ήταν εκείνη που εγώ και ο αδελφός μου είχαμε κοντά μας όταν ο πατέρας και η μητέρα μας δούλευαν, όλα τα πρωινά την είχαμε δίπλα μας, μαγείρευε μας πρόσεχε και μας έλεγε τα πρώτα μας παραμύθια πηγαίναμε μαζί της στο μπακάλη για τα ψώνια της ημέρας. 

      Μου φώναζε πάντα: “βρε συ μεγάλε πρόσεχε το παιδί, αααχχ! να σε πιάσω εσένα μικρέ θα δεις τι θα σου κάνω, όλα θα τα πω στο μπαμπά σου”, όμως τίποτα δεν έλεγε, μετά τα ξεχνούσε όλα και γέλαγε με τις αταξίες που κάναμε.

      Από κείνη μάθαμε για την κατοχή και την πείνα, για τις θηριοδαμαστής των Γερμανών, τις μαζικές εκτελέσεις που γίνανε στα γύρο χωριά της Κύμης, για τους αντάρτες που έκοβαν τις ρόγες των κοριτσιών και τις έκαναν κομπολόι και πάντα κατέληγε: “φάτε γιατί άμα έρθει το ΄41 τότε θα δείτε και θα εκτιμήσετε το φαΐ που σήμερα δεν σας αρέσει”.

Κάθε λίγο και λιγάκι θυμόταν ιστορίες από το χωριό της και το περίπτερο πού διατηρούσε στο κέντρο των Καλημεριάνων ένα δικαίωμα πού πρέπει να τής είχε δοθεί λόγο ότι είχε χάση τον αδελφό της στον πρώτο πόλεμο, μέσα στο περίπτερο ή γιαγιά μου ολημερίς καθότανε, νέα, αφράτη και χήρα, όλο και την γυρόφερναν οι νέοι τού χωριού, μια για τσιγάρα, μία για καμία τσίχλα, μία για να τής πούνε καλημέρα, ο κυρ Μιχάλης ο μετέπειτα άντρας της είχε γίνει κολλιτσίδα, κάθε λίγο και λιγάκι να σου στο παραθυράκι τού περίπτερου, και πίτσι πίτσι με την γιαγιά τής Ελενίτσα, την συντήρηση του μικρού Νικολάκη την είχε αναλάβει η γιαγιά του η μάνα τής κυρ Ελένης η Φαλίτσα.

 Αυτή τον συντηρούσε ουσιαστικά τον φρόντιζε και τον ορμήνευγε, μέχρι πού άρχισε να ξεμακραίνει σιγά σιγά από το σπίτι του και να ανεβαίνει στην πλατεία του χωριού, καθημερινά πότε στην γιαγιά του και πότε τριγύρναγε στο περίπτερο τής μητέρας του, όταν μεγάλωσε λίγο άρχισε να συμμετέχει στις δουλειές τού περιπτέρου και σαν νεαρός τότε προσπαθούσε να βοηθήσει όσο μπορούσε τής εξωτερικές δουλειές τού, με τα πόδια από τούς Καλημεριάνους στην Κύμη μετέφερε τής κούτες τα τσιγάρα πού πούλαγε η κυρα Ελένη, πήγαινε και ερχόταν καθημερινά στην Κύμη,

Ο κυρ Μιχάλης

 Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη
Ο κυρ Μιχάλης κάτω από τα μεγάλα Πεύκα 

Ο κυρ Μιχάλης 
Άντρας της κυρά Ελένης, της χοντρής, όπως την έλεγε και ο πατριός του πατέρα μου και πατέρας του Κώστα, ένας καλοκάγαθος άνθρωπος που δεν είχε μεγάλες εκρήξεις σαν άνθρωπος. Ήταν ένα από τα δύο παιδιά ενός πατέρα που είχε φύγει για Αμερική και τα λεφτά που έστελνε τα οικειοποιήθηκε ο άλλος αδελφός, έτσι έμεινε άφραγκος και εκτός πατρικής περιουσίας. Σχεδόν πάντα όταν μεθούσε, έβγαζε στην επιφάνεια το πρόβλημα που είχε μέσα του, το παράπονο που τον έτρωγε σε όλη του τη ζωή, το παράπονο ότι ο άλλος αδελφός του έφαγε την πατρική περιουσία.

 Του άρεσε να πίνει το βράδυ κανένα ποτηράκι, μερικές φορές το παράκανε και μεθυσμένος το έριχνε στον ύπνο, μας αγαπούσε πολύ εμένα και τον Βαγγέλη και πολλές φορές έκλαιγε όταν σκεφτόταν τον Βαγγέλη, είχε μεγάλη καρδιά και πολλές φορές τα συναισθήματα του περιπλέκονταν για μας με λυγμούς και χάδια. Πάντα το βραδάκι ήθελε να πίνει ένα μπουκάλι κρασί μάρκας “Πλάκα”, μερικές φορές και δεύτερο και τρίτο μέχρι πού τον έπαιρνε ο ύπνος πειράζοντας πάντα την γυναίκα του τη “χοντρή” όπως την έλεγε πάντα μα παρέμεναν ένα αχώριστο και αγαπητό ζευγάρι.

Μία Κυριακή μεσημέρι, μία ζεστή καλοκαιρινή ημέρα φάγαμε όλοι μαζί στην αυλή, ο κυρ Μιχάλης ήπιε όπως πάντα λίγο πάρα πάνω, ζαλίστηκε και ήθελε να κοιμηθεί, είχε ζέστη και προτίμησε να βγάλει ένα κρεβάτι κάτω από τα πεύκα που συνόρευαν με την γέφυρα της οδού Φιλοθέης, κάτι τεράστια πεύκα με παχύ ίσκιο, τα τζιτζίκια είχαν αρχίσει να σιγοτραγουδούν. Δεν ήταν ασυνήθιστο να βγάζουμε κρεβάτια το μεσημέρι έξω, κάτω από τα δένδρα, και να κοιμόμαστε μια και είχε αρχίσει για καλά η ζέστη.

 Όπως κοιμόταν ο κυρ Μιχάλης με το στόμα του ανοιχτό, και με τα χνότα του να μυρίζουν κρασί, περνούσε ένα κοπάδι μελισσιών, και είχε κάνει προσωρινή στάση πάνω σ' ένα πεύκο, μυρίζοντας το κρασί άρχισαν να πέφτουν πάνω του με μανία και να τον τσιμπολογούν άγρια και γύρω από τον στόμα. Ξυπνήσαμε από τις φωνές του αντικρίζοντας τον πρησμένο και τουμπανισμένο από τα τσιμπήματα των μελισσών κυρ Μιχάλη, τον πήγαμε κατευθείαν στο νοσοκομείο, νομίζω πως εκείνη την ημέρα ο κυρ Μιχάλης.είχε άγιο.