![]() |
| στο Ποτάμι της άγιας Ρουμέλης Φαράγγι Σαμαριάς |
Τα
έχω μπερδέψει λίγο στο μυαλό μου και
νομίζω πώς ο Βαγγέλης είχε τότε
στην Κρήτη μαζί του το μηχανάκι που
πρόσφατα είχε αγοράσει και το χρησιμοποιούσε
στην Αθήνα, ένα
μηχανάκι μάρκας fantic
Motor, ένα
μικρό μηχανάκι πρέπει να ήταν 50 κυβικά
δίχρονο, δώσαμε μάχη στο σπίτι για να
το πάρει, εγώ είδη είχα το δικό μου
μηχανάκι μάρκας Carelli
και
αυτό 50 κυβικά, ο Βαγγέλης πήγαινε κάθε
μέρα στην Αθήνα για δουλειά με το τρένο
και στην συνέχεια λεωφορείο και περπάτημα,
έτσι ήθελε ένα δικό του μέσον, το πάλευε
και ο ίδιος μα οι γονείς μου λόγο της
αρρώστιας του και του ευαίσθητου
οργανισμού του συνεχώς τού έλεγαν όχι,
μου ζήτησε την αδελφική μου συνδρομή
-θέλω
να πάρω μηχανάκι και δεν με αφήνουν, μου
λέει μια ημέρα,
-θα το πούμε στον μπαμπά το βράδυ του
λέω, όταν φτάσαμε στο σπίτι ένα βράδυ
οι γονείς μου κοιμόντουσαν, εγώ έξω από
το δωμάτιο του πατέρα μου μαζί με τον
Βαγγέλη του φωνάζω,
-μπαμπά
ο Βαγγέλης θα πάρει μηχανάκι!!!!
-φοβάμαι
μην πέσει ρε παιδί μου και
χτυπήσει, και μετά θα έχουμε άλλα
ντράβαλα, αυτό φοβάμαι τίποτε άλλο,
-θα προσέχω ρε μπαμπά, απαντά ο Βαγγέλης,
-θα πάρει και θα προσέχει, τονίζω με
έντονη φωνή εγώ
-Κάντε
ότι θέλετε, αλλά θα κτυπάτε το κεφάλι
σας, σάς το λέω με τα μηχανάκια που
μπλέξατε, εσύ μεγάλε τα φταις όλα εσύ!!!,
μου έριχνε τις ευθύνες για τα ανοίγματα
που έκανε και ακολουθούσε και ο Βαγγέλης
Γράφοντας
αυτά σήμερα μετά από τόσα χρόνια μπορώ
να καταλάβω τις φοβίες που είχε ο πατέρας
μου σαν πατέρας τότε, εγώ και ο αδελφός
μου δεν τον καταλαβαίναμε καθόλου τον
φουκαρά, σήμερα μπορώ να πω πώς είχε
δίκιο τότε πού φοβόταν, είχε ένα παιδί
με μεσογειακή αναιμία που κάθε μήνα
μεταγγιζόταν, και κάθε τόσο είχε ένα
σορό προβλήματα με την υγεία του και
από πάνω του προσθέταμε και ένα ακόμα
πρόβλημα ένα μηχανάκι που κινδύνευε
κάθε στιγμή στην “ζούγκλα” τής Αθήνας,
με συνέπεια να τρακάρει και με το
παραμικρό θα βρισκόταν ξαπλωμένος στο
πεζοδρόμιο, πώς να έλεγε λυπών ναι στη
απαίτηση του Βαγγέλη, πώς; σήμερα εάν ο
γιος μου μου ζητούσε μηχανάκι με την
εμπειρία πού έχω από τα κατά καιρούς
μηχανάκια που πέρασαν από τα χέρια μου
και τής πτώσεις που αντιμετώπισα θα
έλεγα για το καλό του γιου μου γιατί τον
υπεραγαπώ, όχι και πάλι όχι!!!, έτσι
ο Βαγγέλης αγόρασε το μηχανάκι, ήταν
ένα μηχανάκι μικρό και λεπτό σαν και
εκείνον, ίσα που τον σήκωνε και τον
μετέφερε, στο πήγαινε έλα στην Αθήνα
καθημερινά, το είχε μαζί του νομίζω στην
Κρήτη εκείνο τον καιρό έτσι έφτασε
πρώτος έξω από το μοναστήρι της Μονής
Πρέβελης και μας περίμενε, εγώ μαζί με
την Δώρα τραβήξαμε κάτι πορείες μέσα
στο λιοπύρι φορτωμένη πάντα με τα σακίδια
μας απερίγραπτες, δεν θυμάμαι πώς φτάσαμε
από το ροδάκινο στον κεντρικό δρόμο
επάνω στο χωριό Πρέβελη και με τα πόδια
συνεχίσαμε στον χωματόδρομο μέχρι την
Μονή Πρέβελης,
Μαζί με τον Βαγγέλη
και την Δώρα αρχίσαμε να κατηφορίζουμε
για το φαράγγι μια κατηφόρα δύσκολη
ακόμα και για υγιής ανθρώπους παρ όλα
αυτά ο Βαγγέλης το χαιρόταν και αυτό
ήθελα και εγώ να χαρεί την φύση, το
ταξίδι, την εξερεύνηση, το άγνωστο, τον
είχα τραβήξει σε μέρει δύσκολα μα υπέροχα
και ένιωθα πώς τα χαιρόταν και το
απολάμβανε, μπορούσε να συμπεριφερθεί
σαν όλους του ανθρώπους και ένιωθα και
εγώ καλά και μου άρεσε, ήταν η πρώτη φορά
που πηγαίναμε διακοπές μαζί μόνοι μας
χωρίς τους γονείς μας και τον ρόλο του
πατέρα και τής μάνας τον είχα αναλάβει
διακριτικά εγώ, με την συμβουλή της
μάνας μου να ηχεί στα αυτιά μου
“Κώστα το νου σου στο παιδί, το παιδί
και τα μάτια σου”
και βέβαια των πρόσεχα και των τράβαγα
σε δύσκολα μονοπάτια, δίνοντας του χώρο
που θα μπορούσε να τον διαβεί χωρίς να
νιώθει πώς του ήταν αδύνατον να τον
περπατήσει,
Με το που κατεβήκαμε στο φαράγγι η πρώτη
εικόνα ήταν ένα οπτικό σοκ, μετά το
ολοήμερο λιοπύρι είχαμε φτάσει σε μία
όαση δροσιάς, και άγριας φυσικής ομορφιάς
που όμοιά της δεν είχαμε ξαναδεί και
ούτε έμοιαζε με ότι και αν γνωρίζαμε
στην ζωή μας μέχρι τότε, θύμιζε εικόνες
που είχαμε από τις ταινίες του σινεμά
για οάσεις μέσα στην έρημο της Αφρικής
μόνο που εδώ ήταν Κρήτη, είχαμε μείνει
εκστασιασμένοι, την εικόνα που είχαμε
μπροστά μας ήταν ένα ποτάμι πλατύ πάνω
από είκοσι μέτρα με τρεχούμενο νερό
όπου δεξιά και αριστερά τα πλατώματα
ήταν γεμάτα από πανύψηλους φοίνικες
και αρμυρίκια όπου ακολουθούσαν κατά
μήκος του ποταμού, όπως ανέβαινε προς
τα πάνω στα βράχια το μάτι μου οι φοίνικες
ακολουθούσαν την πορεία του ποταμού
και καθώς ανέβαινε κανείς προς τα πάνω
έβρισκε μικρές πισίνες που τις
χρησιμοποιούσαν οι εκεί σκηνίτες
αποφεύγοντας την έκθεση τους στο
θαλασσινό νερό και την επαφή τους με
τους υπόλοιπους σκηνίτες, απολαμβάνοντας
το φυσικό περιβάλλον και την μοναξιά
που τους προσέφερε η πλούσια βλάστηση
που είχε διαμορφωθεί με τα χρόνια,
Στο βάθος του φαραγγιού υπήρχαν σκηνίτες
που έμεναν εκεί για μήνες απομονωμένοι,
μαγειρεύοντας και παίζοντας μουσική
και απολαμβάνοντας της άγρια φύση και
την μοναξιά του φαραγγιού και του
τρεχούμενου νερού, όλος αυτός ο κόσμος
ο μοναδικός τρόπος τροφοδοσίας σε τροφή
και πράγματα ήταν ένας γεράκος που
ερχόταν κάθε μέρα με το γαϊδουράκι του,
φέρνοντας μαζί του αρκετά πράγματα που
ποτέ δεν έφταναν, μια και ο κόσμος που
βρισκόταν μέσα στο φαράγγι ήταν αρκετός,
και ήταν αδύνατο να καλύψει τής ανάγκες
μας, δεν δοκιμάσαμε να μπούμε βαθύτερα
στο ποτάμι μια και ήταν αρκετά δύσβατο
και το βράδυ πλησίαζε, στήσαμε τις σκηνές
εκατό μέτρα από την παραλία δίπλα στο
ποτάμι και μπήκαμε μέσα στο γλυκό νερό
για να ξεπλύνουμε τον κορμί μας από τον
ιδρώτα και την σκόνη από το ολοήμερο
ταξίδι που είχαμε κάνει, οι περισσότεροι
έκαναν μπάνιο στο ποτάμι, στην παραλία
της θάλασσας σχεδόν κανείς μόνο την
κοιτάζαμε και χαζεύαμε την σχέση που
διαμόρφωνε μεταξύ θάλασσας και ποταμιού,
ήταν το πιο όμορφο φυσικό ανακάτεμα που
είχαμε δει, δεν έμοιαζε σε τίποτε με το
ποτάμι της αγ Ρουμέλης, μια και το ποτάμι
εδώ είχε μεγαλύτερη ροή ποσότητα και
πλάτος πάνω από 20 μέτρα, και ο περιβάλλον
χώρος θύμιζε αφρικάνικη όαση, εν αντιθέσει
με το φαράγγι τής Σαμαριάς που ήταν
ξερότοπος η εδώ κατάσταση θύμιζε ζούγκλα.
Το σκοτάδι άρχισε να πέφτει σιγά σιγά
και απλώθηκε μια ησυχία φοβερή, από
απέναντι άκουγες γέλια από μία παρέα,
πιο βαθιά από ένα άλλο σημείο έβλεπες
μια φωτιά να λαμπυρίζει και γύρο γύρο
μια παρέα σιγοτραγουδούσε, πιο δίπλα
μας ένας με μια κιθάρα να την γρατζουνά
και να συμπληρώνει την ησυχία της
στιγμής, και ο ουρανός να παίρνει μενεξελή
χρώματα, σιγά σιγά, το μόνο που διατάραζε
την ησυχία της στιγμής ήταν μόνο το
κελάηδισμα των πουλιών που βιαστικά
έψαχναν να κρυφτούν ανάμεσα στα κλαδιά,
το ελαφρύ αεράκι που φύσαγε από το Λιβυκό
πέλαγος δημιουργούσε έναν ελαφρύ
κυματισμό στην επιφάνεια των ήσυχων
νερών του ποταμού που κυλούσαν ήσυχα
ήσυχα στη θάλασσα.
Τα μεσάνυχτα ξυπνήσαμε από έναν άγριο
δυνατό αέρα σε σημείο που η σκηνή μας
να μην μπορεί να σταθεί όρθια, έτσι
αποφασίσαμε να την πετάξουμε κάτω και
να συνεχίσουμε τον ύπνο μας και το πρωί
βλέπουμε τη θα κάνουμε, όταν ξημέρωσε
ο αέρας είχε κοπάσει στίσαμε όπως όπως
την σκηνή μας και αρχίσαμε να εξερευνούμε
τον χώρο που μέχρι τώρα απλά τον
διαισθανόμαστε, μόλις ήρθε ο γεροντάκος
με το γαϊδουράκι όλοι μας τρέξαμε κοντά
του να πάρουμε κάτι για το πρωινό μας,
πήραμε λίγα αυγά και τυρί για το
μεσημεριανό μας, το κατσαρολάκι μου
είχε εμπλουτιστεί και με ένα μικρό
τηγανάκι, έτσι στην σκηνή μας ποια
μπορούσαμε να κάνουμε κανονικό γεύμα,
αφού καλύψαμε και αυτή την ανάγκη μας
είπαμε αν εξερευνήσουμε την περιοχή
σαν τούς μικρούς εξερευνητές, η Δώρα θα
έκανε ηλιοθεραπεία και εγώ μαζί με τον
Βαγγέλη είπαμε να εξερευνήσουμε την
αποκεί έξοδο από το σημείο που κατεβήκαμε
χτες, δρόμος δεν υπήρχε και όλα τα παιδιά
μας ενημέρωσαν πως στην αποκεί πλευρά
υπήρχε μια καντίνα που είχε πρόχειρο
φαγητό αρκεί να κάνουμε τους φακίρηδες
περπατώντας επάνω στα βράχια και σιγά
σιγά θα φτάναμε στην αποκεί πλευρά,
Σιγά σιγά μέσα στην ζέστη χωρίς να
υπάρχει μονοπάτι απλά περπατώντας επάνω
στα βράχια ανεβαίναμε και βλέπαμε από
ψηλά την ανάβαση του φαραγγιού, το
χαζεύαμε και βλέπαμε το απέραντο γαλάζιο
του Λιβυκού, το αεράκι ήταν βάλσαμο στο
καυτό μας δέρμα και στην καυτή πέτρα,
δεν ξέρω τότε δεν είχα τής ευαισθησίες
που έχω σήμερα δεν με ενοχλούσε η ζέστη;
το λιοπύρι; ο αέρας; τίποτε δεν με
ενοχλούσε; ήμουν τελείως αναίσθητος;
τι να πω με της αντοχές που είχα τότε,
άλλα και ο Βαγγέλης δεν πήγαινε πίσω,
το ίδιο και αυτός σκληρός και με μεγάλη
όρεξη για εξερεύνηση και έρευνα του
γύρω χώρου που βρισκόμαστε, από εκεί
αρχίσαμε να βλέπουμε την καντίνα που
ήταν δίπλα στην θάλασσα με μια μεγάλη
τραπεζαρία μπροστά από την καντίνα το
ρίξαμε στις κόκα κόλες για να ξεδιψάσουμε
συζητούσαμε με συνομήλικα άγνωστα
παιδιά άλλα όταν είσαι στην ίδια ηλικία
έχεις τόσα κινά να πεις η να μην πεις
μόνο να κοιτάς, στην προκειμένη περίπτωση
η ζέστη μας είχε όλους ζαβλακώσει και
απλά κοιτούσαμε αμίλητη την θάλασσα
και το ελαφρύ αεράκι που μας χάιδευε τα
πρόσωπα ακούγοντας σιγανή μουσική και
βλέπαμε τον ήλιο να λαμπυρίζει στη
αστραφτερή θάλασσα.
Αποφασίσαμε να φύγουμε ετοιμάσαμε τα
πράγματα μας φάγαμε ότι φαγώσιμο είχαμε
πήρα το δικό μου σακίδιο φορτώθηκα και
του Βαγγέλη και μαζί με την Δώρα αρχίσαμε
να ανηφορίζουμε το βουνό προς το σημείο
που έχουμε αφήσει το μηχανάκι του
Βαγγέλη, εδώ ο Βαγγέλης κουράστηκε λίγο,
ανεβαίναμε σιγά σιγά άλλωστε όλοι λίγο
πολύ δυσκολευόμαστε να ανέβουμε την
ανάβαση, όταν φτάσαμε δεν πιστεύαμε ότι
σε αυτό το σημείο σε αυτό το φυσικό
αίνιγμα μείναμε τέσσερις ημέρες, από
ψηλά μπορεί να έμοιαζε με ζούγκλα άλλα
κάτω είχε τόση ομορφιά που δεν το πιστεύει
κανένας, αυτές τις ημέρες της χαρήκαμε
με την ψύχη μας, δώσαμε ραντεβού στο
παλιό Λιμάνι των Χανίων μια και θα
φεύγαμε με το βραδινό πλοίο, ο Βαγγέλης
μας χαιρέτησε και έφυγε με το μηχανάκι
του, εγώ με την Δώρα ξεκινήσαμε τον
Γολγοθά, μας πρώτα για το χωριό Πρέβελη
στην συνέχει θα παίρναμε τον δρόμο που
θα μας οδηγούσε στον κεντρικό πού θα
πέρναγε το λεωφορείο, πρώτα για το
Ρέθυμνο και στην συνέχεια άλλο λεωφορείο
για Χανιά, μιλάμε για ταλαιπωρία απίστευτη
και αυτό με την προϋπόθεση να μας πάρει
κάποιο οτο στοπ μέχρι τον κεντρικό για
το Ρέθυμνο, στο χωριό βρήκαμε οτο στόπ
και πήρε την Δώρα, για μένα κανένας δεν
σταμάταγε να με πάρει, η Κρητική
προτιμούσαν τα κορίτσια στους άνδρες
δεν έδιναν σημασία κανένας,
Ξεκίνησα
με τα πόδια για τον κεντρικό δρόμο
απόσταση πάνω από δεκατρία χιλιόμετρα
ανηφόρα
και κόντρα αέρας σε
έναν απέραντο ξερότοπο που το μόνο που
έβλεπες γύρω σου ήταν πέτρα και πάλη
πέτρα,
και καθώς προχωρούσαν έκανα το σήμα του
οτο στοπ μήπως και με πάρουν μα πού
τέτοια τύχη, σιγά
σιγά άρχισα να πλησιάζω
προς το
στενότερο σημείο του κουρταλιότικου
φαραγγιού, είχε τέτοιο αέρα που έριχνα
όλο το σώμα μου μπροστά μαζί με το σακίδιο
μου και δεν έπεφτα, από την πίεση πού
ασκούσε επάνω στο σώμα μου ο αέρας,
είχαμε μάθει το όνομα κουραταλιώτικο
φαράγγι από πού το είχε πάρει, λένε
πώς όταν
ο αέρα είναι δυνατός κτυπάει επάνω στα
βράχια του φαραγγιού και δημιουργεί
ένα θόρυβο σαν να κουρταλίζει, όταν το
είχα μάθει δεν έδωσα σημασία μια και
νόμιζα ότι είναι και αυτό ένας ακόμα
μύθος, λένε πώς στην κατοχή όταν πλησίαζαν
οι Γερμανοί για να κτυπήσουν το χωριό
είχε τόσο αέρα που και πάλι τα βράχια
κουρτάλιζαν σαν τα γερμανικά αυτόματα
όπλα, αυτός
ο θόρυβος του έσωσε από τους Γερμανούς,
αυτά τα είχα στο νου μου και απλά τα είχα
ακούσει, ποτέ δεν πίστευα πώς θα άκουγα
ζωντανά τα βράχια να κουρταλίζουν,
Προχώραγα
σκυφτός βάζοντας όλη μου την δύναμη και
έκανα το σήμα του το στοπ και κανένας
δεν σταμάταγε να με πάρει, σκεφτόμουν
τον Βαγγέλη εάν έφτασε καλά, σκεφτόμουν
την Δώρα εάν είχε κανένα πρόβλημα με
τον κρητικό που την πήρε στο αυτοκίνητό
του, σκεφτόμουν ολιγότερο
το
χάλι μου, είχα γίνει ράκος από την κούραση
και την ταλαιπωρία άλλα δεν είχα άλλη
διέξοδο, τι να έκανα περπάταγα με το
κεφάλι σκυφτό όχι μόνο από το περπάτημα
άλλα και από τον αέρα που είχα κόντρα,
και εκεί που ήμουν χαμένος στις σκέψεις
μου ακούω να κτυπούν αυτόματα όπλα
δυνατά πολλά μαζί όπως έκανε το αυτόματο
όπλο στο στρατό όταν έκανα δοκιμαστικές
βολές, πολλά αυτόματα όπλα, κοίταγα γύρο
μου μα τίποτα δεν έβλεπα, τότε κατάλαβα
βρισκόμουν στο στενό σημείο του φαραγγιού
και ο αέρας κτυπούσε στα βράχια με δύναμη
και ο θόρυβος που δημιουργούσε ήταν
τέτοιος που σου έδινε την εντύπωση πώς
ρίχνουν αυτόματα όπλα πολλά μαζί, είχα
μείνει να απολαμβάνω τον περίεργο και
πρωτότυπο θόρυβο, ίσως γιαυτό και μόνο
το θέαμα και τον θόρυβο έπρεπε να έρθω
με τα πόδια και μόνο για αυτό,
έφτασα διαλυμένος στον κεντρικό δρόμο
έκατσα σε μια γωνιά και περίμενα το
λεωφορείο όταν ήρθε νόμιζα ότι ήρθε ο
πολιτισμός αυτοπροσώπως, έκατσα στο
κάθισμά και δεν το πίστευα πώς είναι να
κάθεσαι σε κάθισμα τόσο όμορφα, οι
διπλανή μου με κοίταγαν περίεργα, σίγουρα
θα μύριζα ιδρώτα, σκόνη, τα ρούχα μου
βρόμικα και ιδρωμένα και στεγνωμένα
πολλές φορές επάνω μου, έφτασα κατά της
εφτά το απόγευμα στο παλιό λιμάνι των
χανιών χάρηκα που βρήκα να με περιμένουν
ο Βαγγέλης και η Δώρα, εκεί του αγκάλιασα
και τους περιέγραφα τα παθήματα μου, το
ίδιο και ο Βαγγέλης μου περιέγραφε πώς
στο πέρασμα του φαραγγιού και αυτός δεν
μπορούσε να πάει το μηχανάκι καθόλου,
ίσα που πήγαινε με τα βίας, πολλές φορές
παρά λίγο να τον ρήξη κάτω ο δυνατός
αέρα, άλλα τα κατάφερε και έφτασε σώος
στο λιμάνι, η Δώρα από την μεριά της τα
πήγε καλά, δεν αντιμετώπισε πρόβλημα
κανένα, αφού συνήλθαμε μαζέψαμε τα
πράγματα μας και βιαστικά πήραμε το
λεωφορείο για το πλοίο που έφευγε για
Αθήνα, τροχάδην στο πλοίο για ξεκούραση
και πίσω στην Αθήνα στον πολιτισμό και
στη συνήθειές μας.
Κώστας Στουμπιάδης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου