|
| Η γιαγιά Ελένη με τον Βαγγέλη και τον Πατέρα |
Οικογένεια
Ξουρή
Η οικογένεια Ξουρή ήταν η νέα οικογένεια της γιαγιάς μου από την πλευρά του πατέρα μου, που για ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου συγκατοικούσε σε διπλανά από μας δωμάτια.
Ο κύριος συνδετικός οικογενειακός κρίκος ήταν η μητέρα του πατέρα μου, μία γυναίκα καλοσυνάτη χωρίς κακία, στρουμπουλή και πάντα χαμογελαστή, με ένα περιμετρικό κότσο γύρο από τα μαλλιά της , τα τύλιγε γύρο από μία χειροποίητη κατασκευή από μαλλιά που την βοηθούσαν να τυλίξει τα μακριά μαλλιά της γύρο από αυτό, αυτήν την κατασκευή την έλεγε “γυουρούδι”, εγώ και ο αδελφός μου τής δώσαμε αυτό το
παρατσούκλι και την φωνάζαμε “γυουρούδα” από το όνομα αυτής της κατασκευής .
Η γιαγιά Ελένη, ήταν η μάνα του πατέρα μου, ήταν η γιαγιά μας! Ήταν εκείνη που εγώ και ο αδελφός μου είχαμε κοντά μας όταν ο πατέρας και η μητέρα μας δούλευαν, όλα τα πρωινά την είχαμε δίπλα μας, μαγείρευε μας πρόσεχε και μας έλεγε τα πρώτα μας παραμύθια πηγαίναμε μαζί της στο μπακάλη για τα ψώνια της ημέρας.
Μου φώναζε πάντα: “βρε συ μεγάλε πρόσεχε το παιδί, αααχχ! να σε πιάσω εσένα μικρέ θα δεις τι θα σου κάνω, όλα θα τα πω στο μπαμπά σου”, όμως τίποτα δεν έλεγε, μετά τα ξεχνούσε όλα και γέλαγε με τις αταξίες που κάναμε.
Η οικογένεια Ξουρή ήταν η νέα οικογένεια της γιαγιάς μου από την πλευρά του πατέρα μου, που για ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου συγκατοικούσε σε διπλανά από μας δωμάτια.
Ο κύριος συνδετικός οικογενειακός κρίκος ήταν η μητέρα του πατέρα μου, μία γυναίκα καλοσυνάτη χωρίς κακία, στρουμπουλή και πάντα χαμογελαστή, με ένα περιμετρικό κότσο γύρο από τα μαλλιά της , τα τύλιγε γύρο από μία χειροποίητη κατασκευή από μαλλιά που την βοηθούσαν να τυλίξει τα μακριά μαλλιά της γύρο από αυτό, αυτήν την κατασκευή την έλεγε “γυουρούδι”, εγώ και ο αδελφός μου τής δώσαμε αυτό το
παρατσούκλι και την φωνάζαμε “γυουρούδα” από το όνομα αυτής της κατασκευής .
Η γιαγιά Ελένη, ήταν η μάνα του πατέρα μου, ήταν η γιαγιά μας! Ήταν εκείνη που εγώ και ο αδελφός μου είχαμε κοντά μας όταν ο πατέρας και η μητέρα μας δούλευαν, όλα τα πρωινά την είχαμε δίπλα μας, μαγείρευε μας πρόσεχε και μας έλεγε τα πρώτα μας παραμύθια πηγαίναμε μαζί της στο μπακάλη για τα ψώνια της ημέρας.
Μου φώναζε πάντα: “βρε συ μεγάλε πρόσεχε το παιδί, αααχχ! να σε πιάσω εσένα μικρέ θα δεις τι θα σου κάνω, όλα θα τα πω στο μπαμπά σου”, όμως τίποτα δεν έλεγε, μετά τα ξεχνούσε όλα και γέλαγε με τις αταξίες που κάναμε.
Από κείνη μάθαμε για την κατοχή και την
πείνα, για τις θηριοδαμαστής των
Γερμανών, τις μαζικές εκτελέσεις που
γίνανε στα γύρο χωριά της Κύμης,
για
τους αντάρτες που έκοβαν τις ρόγες των
κοριτσιών και τις έκαναν κομπολόι και
πάντα κατέληγε: “φάτε
γιατί άμα έρθει το ΄41 τότε θα δείτε και
θα εκτιμήσετε το φαΐ που σήμερα δεν σας
αρέσει”.
Κάθε
λίγο και λιγάκι θυμόταν ιστορίες από
το χωριό της και το περίπτερο πού
διατηρούσε στο κέντρο των Καλημεριάνων
ένα δικαίωμα πού πρέπει να τής είχε
δοθεί λόγο ότι είχε χάση τον αδελφό της
στον πρώτο πόλεμο, μέσα στο περίπτερο
ή γιαγιά μου ολημερίς καθότανε, νέα,
αφράτη και χήρα, όλο και την γυρόφερναν
οι νέοι τού χωριού, μια για τσιγάρα, μία
για καμία τσίχλα, μία για να τής πούνε
καλημέρα, ο κυρ Μιχάλης ο μετέπειτα
άντρας της είχε γίνει κολλιτσίδα, κάθε
λίγο και λιγάκι να σου στο παραθυράκι
τού περίπτερου, και πίτσι πίτσι με την
γιαγιά τής Ελενίτσα, την συντήρηση του
μικρού Νικολάκη την είχε αναλάβει η
γιαγιά του η μάνα τής κυρ Ελένης η
Φαλίτσα.
Αυτή τον συντηρούσε ουσιαστικά
τον φρόντιζε και τον ορμήνευγε, μέχρι
πού άρχισε να ξεμακραίνει σιγά σιγά
από το σπίτι του και να ανεβαίνει στην
πλατεία του χωριού, καθημερινά πότε
στην γιαγιά του και πότε τριγύρναγε
στο περίπτερο τής μητέρας του, όταν
μεγάλωσε λίγο άρχισε να συμμετέχει στις
δουλειές τού περιπτέρου και σαν νεαρός
τότε προσπαθούσε να βοηθήσει όσο μπορούσε
τής εξωτερικές δουλειές τού, με τα πόδια
από τούς Καλημεριάνους στην Κύμη μετέφερε
τής κούτες τα τσιγάρα πού πούλαγε η κυρα
Ελένη, πήγαινε και ερχόταν καθημερινά
στην Κύμη,
Ο
Νικολάκης μεγαλώνει, και Βλέποντας
καθημερινά να χαλβαδιάζουν την κυρά
Ελένη οι νέοι τού χωριού έψαχνε να βρει
ευκαιρία να φύγει σε μακρινές “δουλειές”
μακριά και από την Κύμη, τσοπάνης στο
Αλιβέρι ίσα για να επιβιώσει, ίσα για
να τρώει όπως μου έχει περιγράψει,
μετακινούμενος από χωρίο σε χωριό, διανυχτερεύοντας σε φούρνους για να βγάλει
της παγωμένες βραδιές, και την επόμενη
στο επόμενο χωριό, όταν τελείωσε ο
πόλεμος γύρισε στο χωριό του, και εκεί
πώς να ζήσεις, τη να κάνεις, τον αγρότη
δεν μπορούσε να τον κάνει δεν τον έμαθε
κανείς, μια ζωή δουλειές του ποδαριού
έκανε, κατέβηκε στην Αθήνα κοντά στην
θεία του και αδελφή του πατέρα του τον
είχε κοντά της, παιδιά δεν είχε και εκείνη
προσπαθούσε να τον βοηθήσει.
Καλή
μοδίστρα εκείνο τον καρό στο κέντρο της
Αθήνας έραβε της προσωπικότητες του
κέντρου των Αθηνών, εκεί στο ραφτάδικο
τής θείας του στη Αθήνα έκανε τα
θελήματα και τής βοηθητικές δουλειές και προσπαθούσε να ζήση, πότε ήταν στην Αθήνα ήτανε και
πότε ανέβαινε στο χωριό, τη μπορούσε να
κάνει ένα νέο παιδί χωρίς πατέρα πού η
μητέρα του είχε παντρευτεί έναν άλλον
άντρα και έκανε μία άλλη οικογένεια
μαζί του; ένιωθε απομονωμένος χωρίς
δικούς του ανθρώπους να ακουμπήσει με
αισθητή την έλλειψη του πατρικού
προτύπου,
Μην
αντέχοντας και τα σχόλια και τής ειρωνείες
των συνομηλίκων, έψαχνε την ευκαιρία
για να φύγει από το χωριό και όπου τον
βγάλει ο δρόμος, έστω και στην άλλη άκρη
του κόσμου πού λέει ο λόγος, σύντομα θα
τού δοθεί η ευκαιρία και δεν θα την
αφήσει να πάει χαμένη. Όταν
τελείωσε ο πόλεμος οι Αμερικανοί μάζευαν
νέους για τον πόλεμο στην Κορέα, τον
πατέρα μου δεν τον κράταγε τίποτε στο
χωριό, η κυρα Ελένη παντρεμένη με τον
Κυρ Μιχάλη, δεν τον χώραγε ο
τόπος τού χωριού των Καλημεριάνων.
![]() |
| ολοι η οικογένεια |
Ευκαιρία βρήκε και κατατάσσεται σαν
εθελοντής στον πόλεμο της Κορέας, ίσως
θέλοντας να είναι κάτι, να έχει ένα στόχο
να πιαστεί από κάπου, εκείνη την στιγμή
είχε μία ευκαιρία, να φύγει μακριά, να
ξεφύγει από τα όρια του χωριού, χωρίς να ξέρει πού
θα τον οδηγήσει αυτό, αυτή η επιλογή του
μπορεί να ήταν μοιραία μα ήθελε να φύγει,
και ήταν η κατάταξη του στον Αμερικανικό
στρατό μία ευκαιρία.
Μπορούσε να μην ξαναγύριζε σαν πολλούς άλλους Έλληνες νέους πού σήμερα βρίσκονται να κοιτάζουν την θάλασσα σε διάσπαρτα νεκροταφεία εδώ και εκεί.
Μπορούσε να μην ξαναγύριζε σαν πολλούς άλλους Έλληνες νέους πού σήμερα βρίσκονται να κοιτάζουν την θάλασσα σε διάσπαρτα νεκροταφεία εδώ και εκεί.
Εκείνη την εποχή το έπαιζε
κορόνα γράμματα, ήταν τυχερός όμως και
γύρισε ζωντανός στο χωριό του, με
εμπειρίες με σεβασμό και εκτίμηση από
όλο το χωριό, κάτι σαν ήρωας εκείνο τον καιρό, και με ένα
δικαίωμα για μελλοντική πρόσληψή στο
δημόσιο, κάτι που έγινε δεκαπέντε χρόνια
αργότερα, με δικαίωμα να έχει πάνω του
ένα 45αρι έτσι για να αισθάνεται την
διαφορά από τούς άλλους νέους πού έμειναν
άνεργοι πίσω στο χωριό του, να κοιτάνε
τα χωράφια και δουλεύοντας στο
ανθρακωρυχείο τής περιοχής τους
Ανεξάρτητα
τής διαδρομής και τής διαφορετικής
οικογενειακής πορείας τους στην Αθήνα
είναι μαζί μάνα και γιος, η κυρά Ελένη
και ο κυρ Νίκος, είχε κάνει την οικογένεια
του εκείνος
και εκείνη έφτιαξε την ζωή τής με τον
κυρ Μιχάλη, έχοντας
και
έναν μικρό γιο τον Κώστα, τώρα έχει ο
ένας τον άλλων ανάγκη και είναι μαζί
και προσπαθούν να καλύψουν τα κενά και
τής πληγές τού παρελθόντος.
Σήμερα προσπαθεί να δώσει η καημένη η κυρά Ελένη ότι δεν μπόρεσε να τού δώσει στην εφηβεία του, και είναι αλήθεια του πατέρα μου τού στεκόταν με το πάρα πάνω, δίνοντας καθημερινά όλον τον εαυτό τής στα παιδιά τού πρώτου τής παιδιού, πού ίσως στα νιάτα του να μην του έδωσε την αναμενόμενη προσοχή.
Σήμερα προσπαθεί να δώσει η καημένη η κυρά Ελένη ότι δεν μπόρεσε να τού δώσει στην εφηβεία του, και είναι αλήθεια του πατέρα μου τού στεκόταν με το πάρα πάνω, δίνοντας καθημερινά όλον τον εαυτό τής στα παιδιά τού πρώτου τής παιδιού, πού ίσως στα νιάτα του να μην του έδωσε την αναμενόμενη προσοχή.
Δύσκολες
εποχές πόλεμοι, πείνα φτώχεια, τα χωριά
διαλυμένα, ο καθένας προσπαθούσε να
ζήσει όπως μπορούσε, τα ορφανά παιδιά
πολλά εκείνο τον καρό και διάσπαρτα,
τώρα
την έχουμε ανάγκη, και εκείνος και εμείς, είναι ο άνθρωπος
πού μας μεταφέρει την ιστορία όπως την
έζησε με τα ίδια της τα μάτια, και
τα εμείς θέλαμε έναν άνθρωπο δικό μας για να μας
μεταφέρει αυτές τις εικόνες με έναν
πιστικό και ζωντανό τρόπο, και η κυρα
Ελένη το "Γιουρούδη" όπως την λέγαμε το έκανε με την καρδιά
της, και εμείς εγώ και ο αδελφός μου
κρεμόμαστε από τα χείλη της ακούγοντας
τις ιστορίες και τα παραμύθια της, μας ήταν
άγνωστο που βρίσκονται
τα όρια της
αληθινής
ιστορίας
και που που αρχίζει
το παραμύθι
Μέσα
σ' όλα αυτά
η γιαγιά μας η Ελενίτσα είχε
ένα περίεργο για μας χαρακτηριστικό,
κάθε λίγο και λιγάκι με τα δύο τής χέρια
έκανε μία προσπάθεια να σηκώσει τα
στήθια της σπρώχνοντας πότε από την μια
μεριά και πότε από την άλλη και τα
τοποθετούσε σε μία πιο βολική θέση, και
συνεχίζοντας να κεντάει ασταμάτητα,
κεντίδια να δουν τα μάτια σας, σε όλους
είχε πλέξει και από μία κουβέρτα κεντητή
παρακαλώ όχι παίξε γέλασε, στο νυφικό
κρεβάτι μου είχα στολίσει την πλεκτή
κουβέρτα της.
Δεν πέρναγε λίγη ώρα και
άντε πάλι η προσπάθεια τακτοποίησης
τού στήθους, τα “βιζάτσα” όπως τα έλεγε
η ίδια με την βαριά “Κουμιώτηκη” προφορά
της, να είναι καλά εκεί που είναι, η
γιαγιά Ελένη αυτός
ο γλυκός αγαθώς και γαλήνιος άνθρωπος,
είναι δύσκολο πολλές φορές να καταλάβουμε
το πόσο μας έχουν επηρεάσει άνθρωποι
που βρισκόταν στο κοντινό μας περιβάλλων. Και τους αγαπήσαμε τους αφομοιώσαμε, πήραμε τα χαρακτηριστικά τους και έχουν γίνει
κομμάτι του χαρακτήρα μας, έχει γίνει
ένα με εμάς, ένα αξεδιάλυτο κομμάτι του
χαρακτήρα μας.
Άλλα είναι αλήθεια δεν το έχουμε καθόλου
συνειδητό άλλα υπάρχει μέσα μας, και
υπεύθυνη
είναι αυτοί οι άνθρωποι
που αγαπήσαμε στο παρελθόν,
οι δικοί μας άνθρωποι,
η γιαγιά η Ελένη θα
είναι ο άνθρωπος πού θα μου έρχεται στο
μυαλό όταν ακούω την λέξη “γιαγιά”.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου