Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Νερουλάς.


Απόσπασμα από την Αυτοβιογραφία του Κώστα Στουμπιάδη

Ο Νερουλάς. 1960 Εκείνο τον καιρό νερό στα σπίτια μας όπως το ξέρουμε σήμερα ήταν κάτι το άγνωστο, ο μόνος τρόπος για να πάρουμε νερό για πόσιμο ήταν ο νερουλάς. Στη σημερινή πλατεία “Μπομποτίνου”, εκεί που σήμερα είναι ένας παιδικός σταθμός μπροστά από το σπίτι υπήρχε μία μεγάλη δεξαμενή νερού, ερχόταν ο κυρ Παντελής και με την σφυρίχτρα του καλούσε όλες τις νοικοκυρές για να πάρουν νερό με τον κουβά, 0,50 λεπτά της δραχμής τον κουβά. Πολλές φορές μαζί με την μάνα μου πηγαίναμε και παίρναμε νερό για πόσιμο, γιατί όσο για λάτρα του σπιτιού μας ας ήταν καλά το πηγάδι μας.

Σε αυτό το πηγάδι θυμάμαι την μάνα μου κοπέλα θα ήταν περίπου στα 35 τότε, όταν για πρώτη φορά γέμισε ο βόθρος και έπρεπε να τον αδειάσουμε, άλλα τα λύματα ήταν αρκετά στερεά και δεν μπορούσε να τα τραβήξει το βυτίο , έτσι ο χειριστής του ζητούσε να ρίξουμε λίγο νερό να ρευστοποιηθούν, εγώ ήμουν μικρός και καθόλου ικανός για μια τέτοια δουλειά, εφόσον ο πατέρας μου έλειπε σε δουλειά στην επαρχεία την αντρική δουλειά την ανέλαβε η μητέρα μου.

 Με δύναμη πραγματικού άντρα ανέλαβε τη δουλειά, την φέρνω στο μυαλό μου και την φαντάζομαι γίγαντα κανονικό και όχι γυναίκα, με τι δύναμη και ταχύτητα έβγαζε τους κουβάδες από το πηγάδι και τους μετέφερε στο σημείο του βόθρου. Απόσταση πάνω από 50 μέτρα, και πάλι μέσα τον κουβά στο πηγάδι τράβηγμα γρήγορα και πάλι μεταφορά, 

δεν ξέρω για πόση ώρα συνεχίστηκε αυτό, το έχω στο μυαλό μου πώς πήγε και ήρθε αρκετές φορές κουβαλώντας τον κουβά σαν κανονικός άντρας, πραγματικό θεριό η μάνα μου κουβάλαγε τον κουβά από το πηγάδι στον βόθρο και ξανά μέσα και ξανά κουβάλημα, ίσως στο μυαλό μου να τα έχω μεγαλώσει κάπως ίσως πάλι λόγο των παιδικών ενοχών μου καθώς δεν μπορούσα να βοηθήσω την μητέρα μου εκείνη την εποχή. 

Στο τέλος κουρασμένη και εξαντλημένη είχε ιδρώσει, και με την αντίστροφη του χεριού της σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό της λέγοντας στον χειριστή του βυτίου: “εντάξει είναι τώρα”; Η καημένη είχε κουραστεί και εγώ ανήμπορος κοίταγα το θέαμα και μάθαινα, μάθαινα, πώς θα πρέπει να συμπεριφερθεί όταν ο ένας από το ζευγάρι βρεθεί στην ανάγκη. 

 Εκείνη την ημέρα η μάνα μου ήταν σαν κανονικός άντρας με στιβαρά μπράτσα και ατσαλένια θέληση, Εγώ παιδί τότε δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, το μόνο πού μπορούσα να κάνω εκείνη τη στιγμή ήταν να κοιτάζω


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου