Μέρες
Πολυτεχνείου
έχω
ακούσει ότι στην Αθήνα την προηγούμενη
νύχτα έχουν γίνει φασαρίες με τους
φοιτητές στο πολυτεχνείο και ένα τανξ
μπήκε από την πύλη μέσα σκοτώνοντας
κόσμο και φοιτητές, θέλω να μάθω; να δω
τη γίνεται; τη συμβαίνει στην πόλη μου
όσο εγώ ήμουνα
φαντάρος;
παίρνω το λεωφορείο και κατ ευθείαν για
το τέρμα, τότε το τέρμα όλων των γραμμών
των λεωφορείων είναι στο κέντρο δηλαδή
στην πλατεία Κάνιγγος, εκεί ας με πάει
και μετά βλέπω τη θα κάνω σκέφτομαι,
το λεωφορείο σταματά αναγκαστικά, λέει
ο οδηγός τού Λεωφορείου, δεν μπορώ να
συνεχίσω πιο πέρα, απαγορεύετε
μας λέει, μέχρι την Αλεξάνδρας στο ύψος
τής σημερινής ΓΑΔΑ τότε φυλακές Αβέρωφ.
Κατεβαίνω
σιγά σιγά με τα πόδια, ο κόσμος αραιός
δεξιά και αριστερά στον δρόμο, αρχίζω
να καταλαβαίνω τον λόγο, ανεβαίνουν από
το κάτω μέρος τής Αλεξάνδρας σε όλο το
μήκος και στα δύο ρεύματα τού δρόμου
αστυνομική, με τα όπλα τους και ρίχνουν
με αληθινά πυρά στους ανθρώπους πού
βρίσκουν μπροστά τους χωρίς διάκριση
και χωρίς έλεγχο, έφτασαν ως το σημερινό
ΙΚΑ και γύρισαν πίσω, ο κόσμος σιγά σιγά
άρχισε να κατεβαίνει κάτω, με μεγάλη
προσοχή και εγώ κατέβαινα προς την
Πατησίων, όταν έφτασα στην διασταύρωση
Αλεξάνδρας και πατησιών δεν πίστευα
στα μάτια μου αυτό πού έβλεπα, είδα
ρημαγμένα μαγαζιά, διαλυμένες σχεδόν
λιωμένες ζαρντινιέρες, κάδους σκουπιδιών
καμένους, και διαλυμένα περίπτερα, ο
κόσμος δεν κινείτο παρά μόνο για να δει
αυτά πού είχαν γίνει την προηγούμενη
βραδιά, έτσι τουλάχιστον νόμιζα στην
αρχή, μαγαζιά διαλυμένα και τρυπημένα
τα τζάμια και οι τοίχοι τους από τής
σφαίρες τής προηγούμενης βραδιάς, ροδιές
από τάνξ, διαλυμένα αυτοκίνητα από την
επέλαση τους, τα σημάδια ήταν εμφανή
παντού.
Στην
Ηπείρου και πατησιών ήταν τότε ένα
μαγαζί με πρόχειρο φαγητό, οι τείχη και
τα δοκάρια πού ήταν επενδεδυμένα από
αλουμινοκατασκευή, η κατασκευή αυτή
ήταν διάτρητη με τρύπες από σφαίρες
της προηγούμενης βραδιάς, στην ίδια
γωνιά ακριβώς απέναντι, πού οδηγήσει
προς στην κυψέλη και στην Δροσοπούλου
η δεξιά γωνιακή πολυκατοικία από τούς
ορόφους έριχναν στους περαστικούς
τρόφιμα άλλα και ρουχισμό, τότε κατάλαβα
ότι και αυτοί πού ήταν κάτω στον δρόμο
εκείνη την στιγμή δεν ήταν απλά περαστική
όπως και εγώ, αλλά κόσμος που προσπαθούσε
να κρυφτή, και έψαχνε κάτι να φάει, γιατί
ήτανε κριμένη από το βράδυ, και τώρα
άρχισαν σιγά σιγά σιγά να ξεμυτούν από
τής κρυψώνες τους, εγώ απλά έβλεπα αυτά
πού γίνονται μπροστά στα μάτια μου.
Παντού
μύριζε μπαρούτη και καμένα, μία μουδιασμένη
κοινωνία, μία κοινωνία πού φοβόταν να
βγει να ξεμυτίσει, να εκφράσει την
διαφωνία τής, μια καμένη Αθήνα, μία Αθήνα
πού δεν την είχα ξαναδεί ποτέ έτσι, η
μόνη περίοδο πού θα μπορούσα να την
συγκρίνω είναι με της ημέρες πού
ακολούθησαν μετά τον θάνατο τού
Γρηγορόπουλου και πάλι δεν μπορώ να πω
ότι ήταν σε αυτό το επίπεδο, δεν ήξερα
το γιατί ακόμα τότε, τότε δεν είχαμε με
τους φίλους μου ενδιαφερθεί για τα
πολιτικά και τής πολιτικές εξελίξεις
και γεγονότα, μεγάλωσα σε μία κοινωνία
πού απαγορευόταν να εκφραστής, και τώρα
αυτή η αγανάκτηση εκφράστηκε με αυτόν
τον βίαιο τρόπο με άγνωστες εξελίξεις
για το μέλλον, και όλα αυτά έγιναν το
διάσημα πού εγώ ήμουν Φαντάρος χωρίς
να πάρω χαμπάρι εδώ και ένα χρόνο, αρχίζω
να σκέφτομαι τον σάκο τού φυλακισμένου,
πώς θα ήταν ένα παιδί σαν και αυτά πού
σκοτώθηκαν αλλά πού να ξέρει κανείς;
Άρχισα
να κατεβαίνω προς τα κάτω προς την
Πιπίνου κοντά στην Πλατεία Αττικής,
τότε ήταν το σπίτι τού θείου μου, ήταν
μία ευκαιρία να τούς δω και αυτούς, η
θεία μου, “τη θέλανε αυτοί οι αλήτες
και κάνουνε αυτές τής φασαρίες; τη ζητάνε
τώρα; γιατί δεν κάθονται στα αυγά τους;”
εγώ εκείνο τον καιρό πολιτικά άσχετος
με τα αιτήματα των φοιτητών πού έκαναν
την εξέγερση της λέω, “τα παιδιά είναι
ενάντια στο σύστημα βρε θεία....,” είχα
μία διάθεση να τους υποστηρίξω χωρίς
να γνωρίζω το γιατί, μα ένιωθα και την
δική μου εσωτερική εξέγερση πού βιώναμε
σαν παιδιά, επηρεασμένοι από την μουσική
πού ακούγαμε, και τα περίεργα μηνύματα
πού παίρναμε από τη μουσική τής ροκ, και
των τραγουδιών διαμαρτυρίας.
Το
βράδυ την επομένη τού πολυτεχνείου
είχαμε ραντεβού με τους φίλους, Λεωνίδα
Τρύφωνα και άλλους, πού θα πάμε; παίζει
ο Σαββόπουλος το βρόμικο ψωμί στο
“κύτταρο” μαζί με την Δόμνα Σαμίου και
στο κλαρίνο ο Πετρολούκας ο Χαλκιάς,
στο φλάουτο η Στέλλα Γαρδέλι μία υπέροχη
φλαουτίστρια, εκεί την άκουσα για πρώτη
φορά, και όπως είμαστε από το Μαρούσι
ροβολήσαμε για πλατεία Βικτορίας, μετά
από ένα χρόνο απομόνωση στρατός και
αναφορές μου έχουν έρθει όλα αυτά λίγο
βαριά, αλλά ρουφάω της πληροφορίες σαν
σφουγγάρι διψασμένο από την στέρηση
τόσων μηνών και το απολάμβανα, το είχα
ανάγκη, ξαναζούσα, γινόμουν κομμάτι
μιας κοινωνίας πού με είχαν αποκόψει
βίαια, και προσπαθούσα σε πολλή μικρό
χρόνο να συγκολλήσω τα κομμάτια πού
είχα χάσει, ευτυχώς η βοήθεια των φίλων
με βοήθησε να ξανά προσαρμοστώ στο
καινούργιο περιβάλλον πού έβρισκα
μπροστά μου, τι να πεις για το σύνολο
των μουσικών ήταν ένας και ένας, αυτό
πού μου το χάλαγε ήταν, αυτή, η πώς την
λένε; την Δόμνα Σαμίου, τότε άγνωστη
ακόμα στο πλατύ κείνο δηλαδή στην νεολαία
τής εποχής μου,
Δεν
ήταν πρώτη φορά που θα πηγαίναμε να
ακούσουμε Σαββόπουλο, αλλά οι ημέρες
και οι εποχές ήταν πονηρές μία ημέρα
μετά το Πολυτεχνείο, ήθελε λίγο προσοχή,
άλλωστε τη άλλο να ακούσεις εκείνη την
εποχή; σε σε μία Αθήνα σχεδόν εμπόλεμη
και πολιτικά κατεστραμμένη; χωρείς
μηχανισμούς ταξικής και κοινωνικής
έκφρασης; όλοι μιλούσαν χαμηλόφωνα και
απαγορευόταν οι συγκεντρώσεις, πάνω
από τρεις ανθρώπους θεωρείται συγκέντρωσή,
και οι συγκεντρώσεις απαγορεύονται,
την ίδια στιγμή λίγο πιο πάνω στην
Πατησίων ακόμα όλα ήταν ρημάδια και
κατεστραμμένα, ο κόσμος καλά καλά δεν
κυκλοφορούσε ακόμα, λίγο πολύ, όλοι οι
συνομήλικοι μου πού δεν ήταν φαντάροι
όπως εγώ, είχαν κάποια άμεση είτε έμμεση
σχέση με τα γεγονότα τού πολυτεχνείου,
είτε ήταν ακόμα μαθητές είτε ήταν
εργαζόμενοί, είχαν επηρεαστεί από τα
γεγονότα αυτά, λογικό να είναι το θέμα
συζήτησης να είναι τα γεγονότα του
πολυτεχνείου, και ανάμεσα μας και στον
χώρο τού κέντρου πού παρακολουθούσαμε
την συναυλία, θεατές να ζητούν από τη
Δόμνα Σαμίου να τους πει ένα δημοτικό
πού έκφραζε τής πολιτικές του ανησυχίες,
αλλά και πού ήταν και ανησυχίες και τού
συνόλου των θεατών εκείνη την βραδιά,
όλα αυτά δημιουργούσαν μία δυναμική
ατμόσφαιρα πού το αντιλαμβανόταν και
ο ποιο αδιάφορος θεατής, οι μέρες
εγκυμονούσαν γεγονότα και το ένιωθες
παντού, στο δρόμο, στα σπίτια, στους
χώρους πού σύχναζαν κυρίως νεολαίοι,
οι μήνες πού επακολούθησαν και θα διηγηθώ
θα το επιβεβαιώσουν.
Μέσα
σε λίγες ημέρες έζησα τόσα πολλά πράγματα,
είδα και
έμαθα τόσα
πολλά γεγονότα και άκουσα όσα δεν είχα
ακούσει σχεδόν σε όλη μου την ζωή, ήταν
τόσο συμπυκνωμένος πολιτικά
χρόνος
πού σίγουρα θέλοντας και μη θα επηρεάσουν
από εκεί
και στο εξής τη υπόλοιπη ζωή μου, την
στάση μου σαν άνθρωπο, αλλά και την
συμπεριφορά μου, με όλα αυτά στο μυαλό
μου με εικόνες από μία Αθήνα πού βοά
κρυφά σε “υπόγειες διαδρομές” όπως
έλεγε και ο Σαββόπουλος πού προσπαθεί
να βγάλει συμπεράσματα για το τη έγινε
και το τη πρέπει να κάνει από εδώ και
πέρα; γιατί μην νομίζετε ότι τα πράγματα
θα είναι γαλήνια! τώρα αρχίζει το
πανηγύρι, το πολυτεχνείο άνοιξε το
καπάκι, το τη θα βγει από μέσα, τη μπόχα
έχει να ξεράσει η “κατσαρόλα” δεν
λέγετε, με τής μουσικές τού Σαββόπουλου,
και τής συζητήσεις από τούς φίλους αυτό
το τριήμερο οι μέρες τελείωσαν χωρίς
να το καταλάβω και πρέπει να φύγω, χαιρετώ
μαζεύω τα πράγματα μου και μπαίνω στο
λεωφορείο για την Καλαμάτα.
Αλλά
και εκεί τα πράγματα δεν είναι καθόλου
ήσυχα, και να ήθελε να μήνη κανείς
ουδέτερος εκείνη την εποχή δεν μπορούσε,
θα έλεγα ότι ήταν αδύνατον να μείνεις
αμέτοχος, μια κοινωνία είχε ξυπνήσει
από ένα πολυετή λήθαργο και τα πρώτα
ξεσπάσματα του ξυπνήματος είχαν αυτή
την μορφή, μέσα στο λεωφορείο καθ όλη
την διαδρομή όλοι μα όλοι είτε συζητούσαν
τα γεγονότα από την ειδήσεις πού είχε
ο καθένας είτε ακούγοντας και όχι στα
κρυφά τους παράνομους τότε ραδιοφωνικούς
σταθμούς doice
vele τον
γερμανικό σταθμό, είτε την φωνή τής
Μόσχας, όλοι οι ραδιοσταθμοί είχαν ένα
σορό γεγονότα να πουν, για την κυβέρνηση,
για της πολιτικές δυνάμεις τής
αντιπολίτευσης πού εκείνη την εποχή
ήταν στην Γαλλία, για φοιτητές πού είχανε
φυλακισμένους και άλλους πού βασάνιζαν,
αλλά εμείς δεν ξέραμε τη συμβαίνει στην
Αθήνα, τη γίνεται, η ενημέρωση γινόταν
από στόμα σε στόμα και από αυτί σε αυτί.
Είναι
η τέταρτη ημέρα αυτής τής απρόσμενης
άδειας, και συνέβησαν τόσα πολλά μαζεμένα
και απρόσμενα που με έβγαλαν από τα
σχέδια πού είχα κάνει για αυτήν, βλέπω
τα χωριά να περνούν από τα μάτια μου
μέσα από τα τζάμια του λεωφορείου το
ένα μετά το άλλο και βυθίζομαι στις
σκέψεις μου, έτσι πού έπαψα να ακούω τής
συζητήσεις των διπλανών μου, εγώ
σκεφτόμουν τα δικά μου, με όλα αυτά δεν
βρήκα χρόνο να επισκεφθώ ούτε την Μαρίκα,
συγνώμη φίλε πού βρισκόμαστε, μου λέει
ο διπλανός μου και με φέρνει στην
πραγματικότητα, φτάνουμε στο Νησί Νησί
λένε η Καλαματιανή την Μεσσήνη όπου
νάνε φτάνουμε στην Καλαμάτα.
Βιογραφικο απόσπασμα του Κώστας Στουμπιάδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου