Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

“Ο Πατέρας μου και η Μητέρα μου”

  Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη


 “Ο Πατέρας μου και η Μητέρα μου”
Ο πατέρας μου εκείνο τον καιρό δούλευε από εδώ και από εκεί δεν είχε μία σταθερή δουλειά, ήταν η βασική επιδίωξη όλων των εργατών εκείνη την εποχή ήταν να έχουν μια σταθερή δουλειά, ο πατέρας μου εκείνη τη χρονική στιγμή δούλευε στα πλαστικά Δρακοπούλου, όπου βρισκόταν επί της Λεωφόρου Ηρακλείου, στο σημερινό ΙΚΑ. Μαζί με την μητέρα μου, το πρωί είχε βάρδια η μητέρα μου και το βράδυ εκείνος, προτιμούσε να δουλεύει βράδυ γιατί το βραδινό μεροκάματο πληρωνόταν καλύτερα.

Μία ημέρα μου είπε η μάνα μου ότι εκείνο το πρωί στην δουλειά είχε μπορέσει να κρύψει στα συρματοπλέγματα ένα μεγάλο κομμάτι ύφασμα προκειμένου να μου φτιάξει ένα παντελόνι, αλλά φοβόταν να πάει μόνη της, έτσι μου πρότεινε να πάμε μαζί να το πάρουμε το βράδυ. Έτσι και έγινε, το βράδυ σαν τους κλέφτες ξεκινήσαμε περπατώντας από το σπίτι μας που βρισκόταν στην περιοχή της γέφυρας της Φιλοθέης και σιγά-σιγά φτάσαμε έξω από τα συρματοπλέγματα της επιχείρησης, στην Λεωφόρο Ηρακλείου, ψάχνοντας στα τυφλά τελικά βρήκαμε το περιβόητο κομμάτι υφάσματος και επιστρέψαμε στο σπίτι.

 Έτσι με αρκετό κόπο και την ιδιαίτερη ικανότητα που είχε η μητέρα μου η οποία γνώριζε από παιδί την τέχνη της μοδιστρικής, μου έφτιαξε ένα πολύ ωραίο παντελόνι και έμεινε και ύφασμα και για άλλες εργασίες. Ήταν τέτοια η φτώχεια και η δυσκολίες που περνούσαν οι οικογένειες εκείνη την εποχή, που για ένα κομμάτι ύφασμα διανύαμε χιλιόμετρα προκειμένου να καλύψουμε βασικές μας ανάγκες όπως την ένδυση τις βασικές μας ανάγκες δηλαδή,

Ο πατέρας μου στην προσπάθεια του να είμαστε αυτάρκεις και οικονομικά ανεξάρτητοι, όσο αυτό μπορούσε να είναι δυνατών είχε αρχίσει να εκτρέφει κουνέλια, κότες και απ' ότι νομίζω και πάπιες, ωστόσο τα κουνέλια πλήθαιναν και ναι μεν μπορούσαμε να καλύψουμε τις διατροφικές ανάγκες σε κρέας της δικής μας οικογένειας και της οικογένεια της γιαγιάς Ελένης, αλλά τα κουνέλια πλήθαιναν και έπρεπε συχνά να επεκτείνουμε τους χώρους που τα είχαμε συγκεντρωμένα. 


Έτσι για άλλη μια φορά η μάνα μου ανέλαβε να βρει λύση. Είχε βρει λίγο μακριά από το σπίτι μας μία ξύλινη κούτα, έτσι σκέφτηκε να την χρησιμοποιήσει για τον παραπάνω λόγο. Η συγκεκριμένη κούτα βρισκόταν μέσα στο χώρο που θα χτιζόταν μετέπειτα το Ολυμπιακό στάδιο, και συγκεκριμένα στο χώρο που είναι σήμερα το κλειστό γήπεδο της ποδηλασίας, μέχρι εκείνη τη στιγμή ο χώρος του σταδίου αποτελούταν από ένα δάσος με ελιές και σκόρπια μικρά εργοστάσια, ωστόσο όμως γνωρίζαμε ότι στα μελλοντικά σχέδια της περιοχής υπήρχε η πιθανότητα κατασκευής του σταδίου, έτσι με ρώτησε αν ήθελα να πάω μαζί της να την πάρουμε.

Ξεκινήσαμε το απόγευμα, είχε θυμάμαι μια φοβερή λιακάδα, βαδίζαμε μέσα στο δάσος από τις ελιές και στα ακαλλιέργητα χωράφια, δίπλα σε ένα μικρό εργοστάσιο από τσιμεντόλιθους, τα περισσότερα απ' αυτά φάνταζαν έρημα παρατημένα και άχρηστα, βρήκαμε την ξύλινη κούτα μεγέθους 1x1 την οποία και φορτώθηκε στην πλάτη της σαν να ήταν ένας δυνατός άντρας και εγώ από πίσω την κοίταζα, την καμάρωνα και αισθανόμουν μία απέραντη ενοχή για ακόμη μια φορά που η μικρή μου ηλικία και οι δυνάμεις μου με έκαναν ανήμπορο για τέτοιες εργασίες. Η καημένη η μάνα μου με ήθελε μόνο για παρέα, ωστόσο βαδίζαμε μέσα στα απέραντα χωράφια με τις ελιές, μπρος η μητέρα μου και πίσω εγώ.


Είπα να αρχίσω να γράφω για τον πατέρα μου και συνέχεια βρίσκω την μάνα μου μπροστά μου, στην προκειμένη περίπτωση επαληθεύεται η λαϊκή ρύση ότι πίσω από έναν δυνατό και πετυχημένο άνδρα βρίσκεται μία πιο δυνατή γυναίκα, δεν γνωρίζω αν ο πατέρας μου ήταν πετυχημένος αλλά φεύγοντας από το σπίτι άφηνε πίσω του ένα λιοντάρι, μία δυναμική γυναίκα που μάζευε και φρόντιζε τα παιδιά, έκανε τις δουλειές του σπιτιού και αντιμετώπιζε όπια δυσκολία προέκυπτε στην οικογένεια, ήταν δηλαδή και γυναίκα και άντρας μαζί.

Θυμάμαι την παραμονή των Χριστουγέννων του 1965,, θες οι γιορτές, κάτι τα δώρα, κάτι η γενικότερη ατμόσφαιρα υπήρχε στο σπίτι ένα εύθυμο κλίμα που ήταν ζωγραφισμένο στα πρόσωπα μας, εύκολα το διακρίνει κανείς κοιτάζοντας τις φωτογραφίες εκείνων των Χριστουγέννων. Tό κέφι και η χαρά φαίνονται να είναι διάχυτα στολίζοντας το χριστουγεννιάτικο δένδρο. Αυτή λοιπόν την παραμονή είχαμε πάει με τον πατέρα μου και τον Βαγγέλη να κάνουμε τα τελευταία μας ψώνια, όταν στο σημείο που αρχίζει σήμερα το όρυγμα, είπα στον πατέρα μου να πάρουμε κάτι, που αυτή τη στιγμή δεν θυμάμαι τι ακριβώς ήταν, ωστόσο όμως μου έμεινε χαραγμένη για πάντα η απάντηση του : “ δεν έχω άλλα λεφτά αγόρι μου μου τελείωσαν, δεν έχω άλλα χρήματα”.

Κάποιο βράδυ τον είδα σκεφτικό να καπνίζει, τότε κάπνιζε ακόμα, καθόταν στην βεράντα και φαινόταν στενοχωρημένος, τον ρώτησα διστακτικά : “τι έχεις μπαμπά” και εκείνος μου αποκρίθηκε ότι είχε κάνει κάνει τα χαρτιά του στην ΣΕΚ , έτσι λεγόταν τότε ο ΟΣΕ, και περίμενε να του απαντήσουν. Αγωνιούσε και εγώ τότε δεν μπορούσα να τον καταλάβω. Ευτυχώς, τα νέα ήρθαν και ήταν καλά. Έτσι ο πατέρας μου έκανε το όνειρο του πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που επωφελήθηκε όλοι η οικογένεια μου. Η αλήθεια είναι ότι ανάσανε οικονομικά σιγά σιγά όλη η οικογένεια.

 Ωστόσο, πάλι τα πράγματα δεν ήταν ρόδινα παρά το γεγονός ότι έπαιρνε ένα σταθερό μισθό, τα χρήματα ήταν λίγα και γι' αυτό αναγκάστηκε να δουλεύει στην επαρχία και να έρχεται στο σπίτι κάθε 15 ή κάθε μήνα προκειμένου να ενισχύσει την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Έτσι τον πατέρα μας τον βλέπαμε αραιά και που, έμενε με άλλους τέσσερις ή πέντε συνάδελφους του σε ένα διαμορφωμένο βαγόνι με θέρμανση και κουκέτες και μία μικρή κουζίνα για τις βασικές τους ανάγκες προκειμένου να διορθώνουν τις σιδηροδρομικές “αλλαγές”, στην ορολογία των σιδηροδρομικών ονομάζουν έτσι τις αλλαγές κατεύθυνσης των συρμών ή αλλιώς και “κλειδιά” ή έβαφαν μεταλλικές γέφυρες κρεμασμένοι σαν τα κατσίκια όπως της “Παπαδιάς” και του “Γοργοποτάμου”. Δύσκολη και επικίνδυνη δουλεία, αλλά μπροστά στην δουλειά του ανθρακωρύχου φαινόταν παιχνίδι και διασκέδαση.

Μεγαλώνοντας μπορώ να πω ότι η απουσία του πατέρα μου ήταν αρκετά αισθητή, καθώς ήταν διάχυτη η έλλειψη του, όμως αυτό το κενό καλυπτόταν από τη δυναμική παρουσία της μάνας μας, η οποία πέρα από δυναμική ήταν αποφασιστική και συνάμα ευαίσθητη. Μερικές φορές γινόταν βίαιη και σκληρή μαζί μου, βλέπεις ήμουν ο “μεγάλος” πια και σύμφωνα με τα λεγόμενα της άντεχα, δεν πάθαινα τίποτα έτσι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να εκτονώνει πάνω μου με ευκολία τα άγχη της και της εκρήξεις της. Ο Βαγγέλης ήταν ο “αδύνατος” που χρειαζόταν φροντίδα κατ' αυτή τη λογική εκπαίδευε εμένα να τον προσέχω και να καλύπτω τα κενά της, όταν εκείνη βρισκόταν εκτός σπιτιού ή στη δουλειά της, πάντα με στοίχειωνε η έκφραση : “Μεγάλε το νου σου στο παιδί, τα μάτια σού δεκατέσσερα μην πάθει τίποτα ο μικρός”.


Μια μέρα με έκλεισε σε ένα δωμάτιο και όρμισε επάνω μου με πολύ άγριες διαθέσεις, με μία βέργα άρχισε να με χτυπάει, μα εγώ όπως ήμουν μεγαλόσωμο παιδί της κρατούσα τα χέρια με αποτέλεσμα ουσιαστικά να της μειώσω τη φόρα και την επιθετικότητα της. Δεν θυμάμαι τον λόγο μα θυμάμαι το βλέμμα της και το ύφος της καθώς και την επιθετική της διάθεση, που τότε δεν μπορούσα να την εξηγήσω. Απ' την άλλη ο πατέρας μου ποτέ δεν ακούμπησε χέρι πάνω μου, όταν έκανα κάτι που δεν έπρεπε και χρειαζόταν να επέμβει προσπαθούσε μέσα από τη συζήτηση να μου εξηγήσει, βέβαια μερικές φορές ο τόνος της φωνής του μπορεί να ήταν λίγο υψηλός και ίσως έμοιαζε με χειροδικία, αλλά σίγουρα ήταν χίλιες φορές προτιμότερος από τις ανεξέλεγκτες εκρήξεις της μητέρας μου.

Γύρω στα είκοσι πέντε μου, παρουσιάστηκε μία ευκαιρία να δουλέψω στην ΔΕΗ, με την προϋπόθεση της μόνιμης διαμονής στην Πάρο ή σε κάποιο νησί τέλος πάντων, όταν άρχισα να το σκέφτομαι βγήκαν από μέσα μου οι μνήμες που είχα, οι έλλειψη του πατέρα. Στο σπίτι είχαμε οικογένεια κάθε δεκαπέντε μέρες ή και μήνα καμιά φορά και μη θέλοντας να επαναλάβω ένα τέτοιο οικογενειακό μοντέλο, αρνήθηκα. Αργότερα όταν μεγάλωσα το μετάνιωσα αλλά εκείνη τη χρονική στιγμή βγήκαν στην επιφάνεια οι παιδικές μου στερήσεις και εκεί κατάλαβα το μέγεθος του προβλήματος που μου είχε δημιουργήσει η έλλειψη του πατέρα. 

Είναι κάποιες φορές κάτι άσχετα γεγονότα που είναι ικανά να σου βγάλουν στην επιφάνεια όλα τα παιδικά ψυχολογικά τραύματα, σε τέτοιο σημείο που να μας εκπλήσσουν και εμάς τους ίδιους, είναι φοβερό το τι έχει χαραχτεί στην μνήμη μας και στο υποσυνείδητό μας που μέχρι χτες δεν το είχαμε ανακαλύψει. Πολλές φορές σκέφτομαι το μέγεθος των προβλημάτων ψυχολογικής φύσεως που θα είχαν τα παιδιά του πολέμου, και τι στερήσεις είχαν περάσει.

 Αυτά τα παιδιά που αργότερα έγιναν γονείς όπως οι δικοί μου, τι βιώματα μπορούσαν να σέρνουν μέσα τους έχοντας περάσει πείνα, ορφάνια, βομβαρδισμούς κλπ. Όλες αυτές οι στερήσεις και τα ψυχολογικά προβλήματα δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ από ειδικούς, ψυχολόγους και ψυχοθεραπευτές όπως συνηθίζετε να κάνουμε εμείς και τα παιδιά μας σήμερα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου