Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Το «σπίτι της Γιατράς»

Το «σπίτι της Γιατράς»  

Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

  Οι ανάγκες της οικογένειας μεγάλωναν και ήταν αδύνατον να χωρέσουμε σε ένα τόσο μικρό δωμάτιο με μια μικρή κουζίνα έξω από αυτό. Έτσι βρήκαμε ένα σπίτι κοντά στη περιοχή των Ανθρακωρύχων που μας χώριζε μία γέφυρα, της οδού Φιλοθέης. Το σπίτι αυτό συνόρευε με την γέφυρα και από την μία πλευρά του είχε ένα  τεράστιο  κτήμα όπου είχε πολλές φιστικιές, αχλαδιές, συκιές και άλλα δένδρα μα τα περισσότερα ήταν φιστικιές Αιγίνης, το σπίτι αυτό ήταν η παραθεριστική κατοικία της οικογένειας των Γιατρά, έφευγαν από την Κολιάτσου και παίρνοντας το τραίνο ερχόντουσαν στο Ηράκλειο και πέρναγαν τις  καλοκαιρινές τους διακοπές.  Τα πράγματα και η συνήθειες άλλαξαν οι μεσοαστοί του κέντρου της Αθήνας έχοντας πια αποκτήσει ένα αυτοκίνητο διεύρυναν τις μετακινήσεις τους και μπορούσαν να πάνε στο εξοχικό τους πια, σε κάποια μακρινή, για τα δεδομένα της εποχής,  παραλία της Αττικής π.χ Ραφήνα, Νέα Μάκρη, Λαγονήσι, έτσι το σπίτι αυτό έπαψε να αποτελεί την αποκλειστική εξοχική κατοικία τους. Βέβαια  για μερικά χρόνια αποτελούσε για τα εγγόνια τους εξοχικό προορισμό και έτσι κρατούσαν κάποιο χώρο για αυτά  σε περίπτωση που αποφάσιζαν να τους επισκεφθούν.

Το εν λόγο σπιτάκι είχε ένα μικρό καμαράκι οπού εμείς το μετατρέψαμε σε κουζίνα,  ο δε ''καμπινές''  ήταν έξω και μακριά από τους κατοικήσιμους χώρους.  Δίπλα από το κουζινάκι μας είχαμε ένα πηγάδι μεγάλο όπου από κεί αντλούσαμε νερό για τη λάτρα του σπιτιού, δίπλα στο πηγάδι είχε μία στέρνα για συγκέντρωση νερού και πλύσιμο ρούχων και άλλων χρήσεων,  δίπλα στον “καμπινέ” ήταν δύο μικρά καμαράκια και παρά δίπλα ένα μεγάλο κτίσμα που λειτουργούσε σαν αποθήκη, τον περισσότερο καιρό παρέμενε κλειστό. Στην σκεπή του την είχαν κάνει φωλιά τα άγρια πουλιά. Το πιο όμορφο μέρος αυτού του σπιτιού ήταν η βεράντα, μια βεράντα φανταστείτε στο μέγεθος ενός δωματίου, χωρίς τοίχους, σκεπαστή από την ίδια οροφή του υπόλοιπου σπιτιού κάτω το πάτωμα ήταν στρωμένο με ένα παλιό ασπρόμαυρο πλακάκι, τριγύρω απλωνόταν ένας απέραντος κήπος.



Σ' αυτή την υπέροχη βεράντα μαζευόταν όλη η οικογένεια, εκεί η μάνα μου και η γιαγιά μου έκαναν τις προετοιμασίες του φαγητού, εκεί τρώγαμε το μεσημεριανό μας, εκεί παίζαμε, εκεί πίναμε το γάλα μας και προετοιμαζόμασταν για το σχολείο, εκεί τις ζεστές βραδιές παίζαμε στα πλακάκια επάνω όπου είχανε ζεσταθεί από τον ήλιο της ημέρας και το βράδυ εξέπεμπαν μία ευχάριστη ζέστη όπου χαιρόμασταν εμείς τα παιδιά να σέρνουμε το σώμα μας σ' αυτά τα ζεστά πλακάκια τα δροσερά βράδια του καλοκαιριού.  Γύρω από την Βεράντα ήταν φυτεμένες αγγελικές που την άνοιξη άνθιζαν και το βράδυ ανέδυαν μία μεθυστική μυρουδιά που πλημμύριζε ο όλος τόπος. Αυτή την αίσθηση την είχα ξεχάσει και την θυμήθηκα πάλι σε ένα ταξίδι που έκανα στην Κύθνο όπου περπατώντας στο λιμάνι αισθάνθηκα ξανά αυτή την μεθυστική μυρουδιά που ανέδυαν οι ανθισμένες αγγελικές και θυμήθηκα πάλι τα παιδικά μου χρόνια και το παιχνίδι μας  στο πλακόστρωτο της Βεράντας.

Από τα τρία δωμάτια τα δύο τα κράτησε η οικογένειά μου,  στο ένα μέναμε εμείς τα παιδιά και στο άλλο οι γονείς μου , στο τρίτο έμενε η μάνα του πατέρα μου με τον άντρα της και τον θείο μου, τον Κώστα, έτσι στα τρία δωμάτια έμεναν δύο οικογένειες μαζί, με κοινή κουζίνα και “καμπινέ”, το ντούζ ήταν μία άγνωστη λέξη το αποκτήσαμε όταν εγώ κατόρθωσα να μάθω να χειρίζομαι την σωλήνα σαν μαθητευόμενος υδραυλικός γύρω στα 15 μου.  Έβαλα  ντουζιέρα σε ένα μικρό αποθηκάκι που υπήρχε ανεκμετάλλευτο στο βορινό σύνορο με τα άλλα οικόπεδα. Ο μόνος θόρυβος που ακούγαμε ήταν αυτός του τρένου,  όταν  πέρναγε ακουγόταν  ένα επίμονο τακ τακ τακ τακ τακ τακ, όμως  σιγά σιγά  και αυτό το συνηθίσαμε και έπαψε να μας απασχολεί  σε  τέτοιο σημείο που να μην το ακούμε κιόλας.

Πέρα απ'  την οικογένεια μας και αυτήν των γονιών του πατέρα μου, στην γύρω περιοχή είχαν εγκατασταθεί και αρκετοί συγγενείς μας και συχωριανοί.  Άλλοι είχαν αγοράσει ένα οικόπεδο, άλλοι είχαν νοικιάσει ένα μικρό σπίτι σαν και εμάς και αρκετοί ήταν μακρύτερα όπου τους βλέπαμε αραιότερα, η θέση πού βρισκόταν το σπίτι μας θεωρείτο από όλους ότι ήταν στην εξοχή και έτσι ήταν πραγματικά. Είχε τεράστιους και ανοιχτούς χώρους,  χωρίς περιορισμούς και συρματοπλέγματα πουθενά, μόνο από την βορινή πλευρά είχε μία μάντρα, από την νότια τίποτα, από την ανατολική το σύνορο ήταν η γέφυρα της Φιλοθέης και από τα δυτικά το σύνορο του οικοπέδου αυτού ήταν η Ηλεκτρική Εταιρία όπως λεγόταν τότε η ΔΕΗ. Έτσι όλοι  έβρισκαν την ευκαιρία να μας επισκεφθούν, να διασκεδάσουν και να παίξουν τα παιδιά ελεύθερα, να αισθανθούν τη χαρά της εξοχής. Εκείνο το μέρος θύμιζε σε όλα λίγο -πολύ χωριό, τουλάχιστον σε εκείνους που είχαν τέτοιες εικόνες και μνήμες στο μυαλό τους, καθώς και για εμάς τα παιδιά, απλά ήταν όμορφα και ξέγνοιαστα!

Έτσι οι κυριακάτικες επισκέψεις από τους συγγενείς μας και τους φίλους των γονέων μου ήταν συχνές, όπως πια ήταν  καθιερωμένο το Πάσχα να γίνεται στο σπίτι μας. Πάντα θυμάμαι στρωμένα τραπέζια στην αυλή και γύρω-γύρω χαμομήλια και αγριόχορτα  παντού λες και στήναμε ένα τραπέζι στο κέντρο ενός αγρού που ήταν πνιγμένο από αγριολούλουδα. Στην άκρη, κοντά στην γέφυρα, τα μεγάλα τεράστια πεύκα το καλοκαίρι φιλοξενούσαν από κάτω τα οικογενειακά μας τραπεζώματα.

Συχνές επισκέψεις επίσης στο σπίτι μας έκανε η οικογένεια του Θανάση του Ξουρή μία και ήταν και αδελφός του πατριού του πατέρα μου, του Μιχάλη του Ξουρή. Η  οικογένεια αυτή έμενε στον Κολωνό, σε μία συνοικία πολυσύχναστη σχεδόν στο κέντρο της Αθήνας  η οποία δεν είχε καθόλου χώρους παιχνιδιού και διασκέδασης .Έτσι μαζί με τα πέντε παιδιά τους έρχονταν στην περιοχή μας για να “δει το μάτι τους λίγο πράσινο”, να παίξουν τα παιδιά και να φύγουν το βράδυ. Τότε οι μετακινήσεις μας δεν ήταν εύκολες,  ιδιωτικό αυτοκίνητο δεν είχε κανείς από την τάξη μας και όλοι προσέχαμε και οργανώναμε της μετακινήσεις μας όπως για παράδειγμα θα πηγαίναμε κάπου το πρωί και το βράδυ θα φύγουμε, οι επισκέψεις ήταν λίγες κυρίως τις Κυριακές και τις γιορτές και κρατούσαν όλη την ημέρα, σαν αρμένικες βίζιτες δηλαδή.

Τις περισσότερες φορές η οικογένεια του Θανάση  του Ξουρή ερχόταν μαζί με τα μικρότερα από τα πέντε παιδιά τους,  το μικρότερο το Δημητράκη , τον Γιάννη και σπάνια τον Γιώργη όσο για τα μεγαλύτερα τον Νίκο και τον Κώστα αυτά έρχονταν μόνο τις ημέρες του Πάσχα. Πάντα κάναμε τριάδα εγώ, ο Βαγγέλης και ο Δημητράκης . Τον Βαγγέλη τον είχαμε πάντα μαζί μας και τον παίζαμε σαν συνομήλικο ανεβαίναμε στα δένδρα, κάναμε βόλτες στο κτήμα,  παίζαμε γκαζάκια “βόλους” και γενικώς ανακαλύπταμε την ευρύτερη περιοχή που, είχε θα μπορούσα να πω ιδιαίτερο ενδιαφέρον μία και ήταν ένα χωριό σε πολύ πρωτόγονη μορφή.

        Ο μόνος τρόπος για να πάρουμε νερό για πόσιμο ήταν  ο νερουλάς. Στη σημερινή πλατεία “Μπομποτίνου”,  εκεί που σήμερα είναι ένας παιδικός σταθμός μπροστά από το σπίτι υπήρχε μία μεγάλη δεξαμενή νερού, ερχόταν ο κυρ Παντελής και με την σφυρίχτρα του καλούσε όλες τις νοικοκυρές για να πάρουν νερό με τον κουβά, 0,50 λεπτά της δραχμής τον κουβά. Πολλές φορές μαζί με την μάνα μου πηγαίναμε και παίρναμε νερό για πόσιμο, γιατί όσο για λάτρα του σπιτιού μας ας ήταν καλά το πηγάδι μας.
Σε αυτό το πηγάδι θυμάμαι την μάνα μου κοπέλα θα ήταν περίπου στα 35 τότε, όταν για πρώτη φορά γέμισε ο βόθρος και έπρεπε να τον αδειάσουμαι,  άλλα τα λύματα ήταν αρκετά στερεά και δεν μπορούσε να τα τραβήξει το βυτίο , έτσι ο χειριστής του  ζητούσε να ρίξουμε λίγο νερό να ρευστοποιηθούν, εγώ ήμουν μικρός και καθόλου ικανός για μια τέτοια δουλειά,  εφόσον ο πατέρας μου έλειπε σε δουλειά στην επαρχεία την αντρική δουλειά την ανέλαβε η μητέρα μου. Με δύναμη πραγματικού άντρα  ανέλαβε τη δουλειά, την φέρνω στο μυαλό μου και την φαντάζομαι γίγαντα κανονικό και όχι γυναίκα, με τι δύναμη και ταχύτητα έβγαζε τους κουβάδες από το πηγάδι και τους μετέφερε στο σημείο του  βόθρου.

       Απόσταση πάνω από 50 μέτρα, και πάλι μέσα τον κουβά στο πηγάδι τράβηγμα γρήγορα και πάλι μεταφορά, δεν ξέρω για πόσο συνεχίστηκε αυτό, το έχω στο μυαλό μου για αρκετές φορές ίσως λόγο των παιδικών ενοχών μου καθώς δεν μπορούσα να βοηθήσω. Στο τέλος κουρασμένη και εξαντλημένη ίδρωσε και με την αντίστροφη του χεριού της σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό της λέγοντας στον χειριστή του βυτίου: “εντάξει είναι τώρα”; Η καημένη είχε εξαντληθεί και εγώ ανήμπορος και μικρούλης καθώς ήμουν κοίταγα το θέαμα και μάθαινα, μάθαινα, μάθαινα πώς θα πρέπει να συμπεριφερθεί ένας από το ζευγάρι όταν βρεθεί στην ανάγκη. Εγώ το μόνο πού μπορούσα να κάνω εκείνη τη στιγμή ήταν να κοιτώ και να μαθαίνω χωρίς να γνωρίζω  τι πρέπει να κάνω. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου