Προφήτης Ηλίας
Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη
Προφήτη Ηλίας, ένα δωμάτιο, ίσα που χώραγε ένα κρεβάτι, των γονιών μου, και ένα μικρό, το δικό μου όπου έπαιζε και το ρόλο μπαούλου ώστε να αποθηκεύουμε τα χοντρά ρούχα της οικογένειας και δίπλα μια μικρή κούνια, του αδελφού μου πού άρχισε να μεγαλώνει σιγά σιγά, ένα κεντρικό τραπέζι που γύρο από αυτό μαζευόταν η οικογένεια, η κουζίνα και ο «καμπινές» (έτσι λέγαμε τότε το μπάνιο) ήταν προφανώς έξω.
Τα «καμαράκια του Μαμάη», έτσι έλεγαν τον ιδιοκτήτη της κάμαρης που είχαμε για σπίτι. Αυτά τα καμαράκια ήταν μικρά, στην σειρά ένα γύρο από την αυλή και σε κάθε καμαράκι έμενε και μία οικογένεια. Αποτελούσε την πιο σύγχρονη έκδοση του προηγούμενου μαχαλά που ζούσαμε, καθώς το ταβάνι δεν ήταν από τσίγκο αλλά από κεραμίδι, κανονικό και η κουζίνα δεν ήταν μια αυτοσχέδια γωνιά του σπιτιού αλλά ένας εξωτερικός, ξεχωριστός χώρος που τον χρησιμοποιούσαμε για μαγείρεμα. Ήταν ο χώρος που θα μάθω την πιο συγκλονιστική είδηση της ζωής μου, όσο για την οικογένεια του κ Μαμάη, αυτή είχε σπίτι (κανονικό) δηλαδή σαλόνι τραπεζαρία με εσωτερικό μπάνιο, ανήκουστο για εκείνη την εποχή.
Μαζί με την μητέρα μου και τον μικρό μου αδελφό συχνά πηγαίναμε στην Αθήνα, στην πορεία έμαθα ότι αυτές οι συχνές επισκέψεις στο κέντρο, απώτερο σκοπό είχαν τα Νοσοκομεία. Ωστόσο εκείνο που τράβηξε το παιδικό μου ενδιαφέρων και θα μείνει ανεξίτηλο στην μνήμη μου, ήταν όταν είδα για πρώτη φορά στο «κουζινάκι» μας, τη μάνα μου να κλαίει πάνω από την κατσαρόλα μαγειρεύοντας και ανακατεύοντας το φαγητό, φορούσε θυμάμαι μία φούστα από αυτές πού έχουν πολλές πιέτες, τότε ήταν της μόδας, την κρατούσα από την φούστα την οποία σχεδόν τραβούσα και την ρώτησα επίμονα: «μαμά γιατί κλαις;» και η απάντηση της ήταν: «τίποτα παιδί μου ο Βαγγέλης είναι λίγο άρρωστος».
Μια απάντηση που θα την θυμάμαι σε όλη μου την ζωή. Από τότε αρχίζει ο «Γολγοθάς» της μάνας μου και του πατέρα μου, οποίος κράτησε μέχρι την ημέρα πού πέθανε ο Βαγγέλης μας. Από την ημέρα που μάθαμε για την αρρώστια του αδερφού μου, η μάνα μου άρχισε να μου μεταθέτει ένα μικρό βάρος της, λέγοντας μου πάντα: «Κώστα το νου σου στο παιδί». Καθώς για όλη την οικογένεια μας ο Βαγγέλης, μέχρι τη στιγμή που τον χάσαμε ήταν πάντα ένα «παιδί», με την έννοια ότι ήταν ένας άνθρωπος που πάντα έχαιρε μίας ιδιαίτερης προσοχής και φροντίδας.
Πρέπει να ήταν Κυριακή γιατί στο σπίτι είχαμε χαρά, ήταν γενικά ευχάριστη η ατμόσφαιρα. Τις Κυριακές συνήθως το μεσημεριανό φαγητό ήταν μοσχάρι κοκκινιστό, με λίπος, συνοδευόμενο με χοντρά μακαρόνια, αποτελούσε κατά κανόνα το φαγητό της Κυριακής. Αισίως 1958 και ο φόβος της πείνας και των στερήσεων δεν είχε ξεχαστεί ακόμα, το φαγητό συγκαταλέγονταν στα είδη που έδειχναν ένα επίπεδο ευημερίας και δήλωναν την αίσθηση της αποκατάστασης από τις ελλείψεις της κατοχής. Επίσης θα πρέπει να σας καταθέσω ότι όταν έκανα δική μου οικογένεια το φαγητό αυτό δεν μαγειρεύτηκε ποτέ στο σπίτι μας, σε τέτοιο σημείο που τα παιδιά μου δεν ξέρουν καν ότι υπάρχει.
Εκείνη την Κυριακή, λοιπόν ο πατέρας μου ήθελε να δοκιμάσω για πρώτη φορά κρασί στο φαγητό, ήταν ένα συμπλήρωμα στο «κυριακάτικο, πλούσιο» γεύμα παρά τις οικονομικές δυσχέρειες της εποχής, δοκίμασα μία, δοκίμασα δύο ώσπου η τρίτη φορά ήταν και η φαρμακερή. Βλέπεται ήμουν παιδί, αμάθητο στην γεύση και στην οξύτητα του κρασιού, με αποτέλεσμα να μου έρθει αναγούλα και να κάνω εμετό στο τραπέζι, τα έκανα όλα χάλια. Ήταν μία υπέροχη Κυριακή που το γεγονός αυτό την «αμαύρωσε», δεν είναι λίγες οι φορές που με τον πατέρα μου το συζητάμε μέχρι και σήμερα, νομίζω πως βιάστηκε λίγο, πήγε να με κάνει «άντρα» με το ζόρι λίγο πρόωρα.
Θυμάμαι τις επισκέψεις των κοντινών μας συγγενών στο σπίτι, ο πιο συχνός επισκέπτης μας ήταν ο αδελφός της μητέρας μου, φαντάρος τότε στην αεροπορία, τον έβλεπα με την στολή της αεροπορίας και το καπελάκι του περασμένο στην επωμίδα της στολής του. Συνήθως έμενε για λίγο και έφευγε πάλι, επίσης συχνός επισκέπτης ήταν ο φίλος και κουμπάρος του πατέρα μου, ο Θανάσης ο Ξουρής, μου έρχεται στο μυαλό μια μέρα που βοήθησε τον πατέρα μου να «περάσει» ένα καλώδιο από την λάμπα του δωματίου, βάζοντας ένα αχλάδι (mouton) προκειμένου να ανοίγει και να κλίνει το φως από το κρεβάτι, μεγάλη καινοτομία για την εποχή εκείνη.
Κουκουβάουνες, λεγόταν η περιοχή της Μεταμόρφωσης, αργότερα μετονομάστηκε με το όνομα που γνωρίζουμε σήμερα. Στο πανηγύρι λοιπόν της Μεταμόρφωσης, ήταν μαζεμένα όλα τα «παιχνίδια» της εποχής, ο μύλος με τα αλογάκια και τα καροτσάκια όπου μπαίναμε όλα τα παιδιά ανά δύο. Ο περιστρεφόμενος μύλος είχε ένα καρεκλάκι για κάθε άτομο το οποίο κρεμόταν από ψηλά με αλυσίδες, και με την ταχύτητα περιστροφής και με την φυγόκεντρο απομακρυνόταν από την βάση της και αιωρούνταν σαν να ήθελε να φύγει από το σημείο στήριξής του. Σ’ αυτό δεν μπορούσαμε να μετέχουμε εμείς, τα παιδιά καθώς απαγορευόταν. Το πιο εντυπωσιακό δε, ήταν ο γύρος του θανάτου ένα τεράστιο ξύλινο βαρέλι και στην κορυφή κάθονταν οι θεατές και στη βάση ήταν δύο (2) μηχανές.
Το πρόγραμμα ξεκινούσε με την πρώτη να περιστρέφεται με ταχύτητα γύρω-γύρω από το βαρέλι. Η φυγόκεντρος ήταν εκείνη που έκανε τη μηχανή να κολλάει στα τοιχώματα του βαρελιού και να ανεβαίνει μέχρι το πάνω μέρος όπου ήταν οι θεατές. Το θέαμα ήταν εκπληκτικό για την εποχή, παρακολουθώντας το όλοι οι θεατές έμεναν εντυπωσιασμένοι και πολύ περισσότερο δε όταν ξεκινούσε η δεύτερη μηχανή να περιστρέφεται τις περισσότερες φορές προς την αντίθετη φορά της πρώτης, το θέαμα γινόταν τελείως ανατριχιαστικό και εξωπραγματικό, έτσι πήρε και το όνομα «ο γύρος του θανάτου» το οποίο καθιερώθηκε. Άλλοι πάλι έκαναν τους μάγους και εξαφάνιζαν διάφορα πράγματα κάνοντας τα παιδιά να μένουν με το στόμα ανοιχτό.
Θυμάμαι είχα μπει σε ένα αυτοκινητάκι μαζί με την συνομήλικη κόρη του Μαμάη, του σπιτονοικοκύρη μας, πίσω είχαμε τον μικρό Βαγγέλη θα ήταν περίπου δύο χρονών, το κλασικό από τη μάνα μου: «Κώστα το νου σου στο παιδί», αφού φέραμε μερικές γύρες, πάντα εντυπωσιασμένοι, έχοντας πάντα καρφωμένα τα μάτια μας στην μάνα μου και την μάνα της Μαρίας, ο Βαγγέλης άρχισε να φοβάται και να κλαίει, ωστόσο η βόλτα στο πανηγύρι έκλεισε με το μαλλί της γριάς το οποίο και τρώγαμε μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι.
Δίπλα στο δικό μας δωμάτιο έμενε μία οικογένεια όπου ο γιος τους ήταν ποδοσφαιριστής στην ομάδα του Πανιωνίου, νομίζω μία από τις μεγάλες ομάδες εκείνη την εποχή. Συνήθως όταν έβρισκε χρόνο έπαιζε μαζί μου προσπαθώντας να με διδάξει τον τρόπο και τις τεχνικές του στο ποδόσφαιρο, αλλά εγώ είχα βγάλει ήδη τα συμπεράσματα μου από την Πλατεία Αργυρουπόλεως, την «αλάνα των Καρβουνιάρηδων». Η μητέρα μου θυμάμαι ότι ήταν σύμφωνη στο να με ''διδάξει'' αυτά που ήξερε σαν πιο μεγάλος, σε τέτοιο σημείο, που λόγο της μικρής μου ηλικίας δεν μπορούσα να τον ακολουθήσω και είχα αρχίσει να τον αποφεύγω καθώς αυτός με τα δυνατά του μπράτσα μου συμπεριφερόταν σαν να είμαι συνομήλικος του.
Πολλές φορές το παιχνίδι μεταφερόταν στο σπίτι της Μαρίας, συνήθως το χειμώνα δεν είχαμε που αλλού να παίξουμε παρά μόνο το σαλόνι και το δωμάτιο της Μαρίας. Βέβαια είχε δικό της δωμάτιο εκείνη την εποχή όταν εγώ απόκτησα δικό μου δωμάτιο στα δεκαέξι μου χρόνια. Έτσι λοιπόν εκείνο τον καιρό ο αδελφός μου μικρός ακόμα, το μόνο παιδί που υπήρχε στη γειτονιά και μπορούσα να παίξω ήταν η Μαρία. Τα παιχνίδια που παίζαμε στο δωμάτιο της, μου έχουν αφήσει μια ευχάριστη ανάμνηση! Δεν ξέρω εάν ήταν η θηλυκή παρουσία της που με ευχαριστούσε ή τα παιχνίδια που κάναμε αλλά το ''παιχνίδι'' με την Μαρία θα το θυμάμαι πάντα ευχάριστα!
Τα σπίτια λίγα, η θέα απέραντη από την αυλή του Μαμάη, μπορούσε το μάτι μας να βλέπει όλο το Τατόι, την Πάρνηθα τόσο καθαρά που έλεγες ότι δεν μας χώριζαν παρά μόνο μερικές εκατοντάδες μέτρα, έτσι έχει αποτυπωθεί στην μνήμη μου. Στην πραγματικότητα είναι πολύ περισσότερα μα είχε τέτοια καθαρότητα ο ορίζοντας και η μεταφορά του ήχου θαρρώ πως ήταν ανάλογη. Μερικές ηλιόλουστες μέρες παίζαμε στην αυλή και ακούγαμε τα εκπαιδευτικά αεροπλάνα να κάνουν αυτό τον χαρακτηριστικό θόρυβο, όπου ξαφνικά τη στιγμή που κάνουν κάποιο ελιγμό και μάλλον ο κινητήρας τους ζορίζεται ακούγεται ένας περίεργος ήχος ουαααααααου, αυτός ο ήχος είναι χαραγμένος στην μνήμη μου, όταν και σήμερα έχει καθαρό ουρανό και ακούω αυτόν το θόρυβο πάντα έρχεται στην μνήμη μου η αυλή του «Μαμάη» και η παιδική μου ηλικία. Τότε πού παίζαμε ανέμελα, βλέποντας τον κάμπο από την Μεταμόρφωση μέχρι την κορυφή της Πάρνηθας.
«4ο Δημοτικό Σχολείο», περιοχή Αλωνίων, στο Παλαιό Ηράκλειο έτσι ονομάζεται σήμερα το πρώτο σχολείο της ζωής μου, η διάταξη των αιθουσών, οι πίνακες, τα θρανία τα πάντα είναι στη θέση τους σήμερα όπως και τότε, έχει μεν προστεθεί μία καινούργια πτέρυγα ωστόσο η παλιά είναι όπως τότε. Η διαδρομή από το σπίτι στο σχολείο, ήταν μια απόσταση 1,5 χιλιομέτρου η οποία είναι τεράστια για ένα παιδί έξι ετών, ωστόσο αποτελούταν από απερίφρακτα χωράφια και ανύπαρκτους δρόμους με το μεγαλύτερο μέρος της να καλύπτεται από ένα μονοπάτι. Η αίσθηση που έχει αποτυπωθεί στο παιδικό μου μυαλό είναι ότι έκανα ολόκληρο ταξίδι μετ’ εμποδίων για να φτάσω στο σχολείο, το μόνο παρήγορο ήταν ότι φεύγαμε όλα τα παιδιά μαζί από την γειτονιά και κάπως μου περνούσαν αδιάφορες οι δυσκολίες που αντιμετωπίζαμε κατά τη διαδρομή.
Λόγο της μακρινής απόστασης, ξεκινούσαμε αρκετά νωρίτερα από το σπίτι καθώς υπήρχε επίγνωση των δυσκολιών που θα συναντούσαμε στο δρόμο και πάντα ο φόβος ήταν υπαρκτός στο να μην αργήσουμε. Έτσι τις περισσότερες φορές φτάναμε νωρίτερα στο σχολείο και βρίσκαμε την ευκαιρία να παίξουμε και να κάνουμε τρέλες. Μια μέρα είχε αργήσει η δασκάλα μας και όλα τα παιδιά της τάξης την περιμέναμε στο κάτω μέρος της αυλής καθώς γνωρίζαμε ότι από αυτό το μέρος ερχόταν, όμως τα πιο μεγάλα παιδιά βρήκαν σαν παιχνίδι το παλιό ''στοιχειωμένο'' σπίτι που βρισκόταν δίπλα από το μέρος που ήμασταν, τότε όλα τα ερειπωμένα και εγκαταλειμμένα τα λέγαμε στοιχειωμένα, μπήκαν μέσα ανέβηκαν στον πρώτο όροφο και έβγαιναν κάθε τόσο από κάποιο παράθυρο και μας φόβιζαν, έκαναν «ουαααου» και κάθε τόσο όλα τα παιδιά βάζαμε τις φωνές περιμένοντας ότι από κάποιο παράθυρο θα πεταχτεί κανένα φάντασμα. Ξαφνικά όντως από ένα άλλο παράθυρο πετάχτηκε ένας άνθρωπος αναμαλλιασμένος με παράξενη εμφάνιση με κάτι ρούχα περίεργα, που δεν γνωρίζαμε καν την ύπαρξή του, έβαλε τις φωνές ο φουκαράς είχε βρει αυτό το έρημο σπίτι και το είχε μετατρέψει σε προσωρινό του κατάλυμα, καθώς δεν μπορούσε να το δει κανείς για «κατοικία», άθελα μας τον είχαμε ξυπνήσει και μαζί με αυτόν και την παιδική μας φαντασία όπου πέρασε πολύς καιρός μέχρι να συνέλθουμε από την τρομάρα πού πήραμε. Από τότε δεν ξανά πλησίασε κανείς μας το στοιχειωμένο σπίτι και περιορίσαμε το παιχνίδι μας μέσα στα στενά όρια της περίφραξης του σχολείου μας.
Πλησιάζοντας το καλοκαίρι, κάποιες μέρες μέσα στην τάξη η ζέστη ήταν ανυπόφορη και η άπνοια φοβερή, τότε ήταν που η δασκάλα μας αποφάσισε να πάρουμε τα βιβλία μας και να πάμε στο κήπο να κάνουμε μάθημα κάτω από τα πευκάκια, τα οποία τότε δεν ήταν αρκετά μεγάλα και με δυσκολία μπορούσαν να μας καλύψουν με τον ίσκιο τους. Όμως ήταν μία διαφορετική ημέρα από τις άλλες, το μάθημα έγινε πιο ευχάριστα και η ζεστή ημέρα ξεπεράστηκε. Ακόμη δεν ξέρω εάν η ευχαρίστηση δόθηκε από την δροσιά που μας προσέφεραν τα πευκάκια, από την αίσθηση του διαφορετικού ή από την ελευθερία που νιώσαμε έξω από την αίθουσα. Αυτή η διαφορετική ημέρα έμεινε χαραγμένη για πάντα στην παιδική μου μνήμη. Μετά από 45 χρόνια επισκεπτόμενος το σχολείο, σαν υπάλληλος του Δήμου είδα εκείνα τα πευκάκια να έχουν γίνει δάσος με έναν τεράστιο, παχύ ίσκιο από κάτω και έπιασα τον εαυτό μου να ονειρεύεται ένα μάθημα όπως εκείνο κάτω από τον ίσκιο τους, ίσως τα σημερινά παιδιά να κάνουν κάτι ανάλογο ίσως!
Μία ημέρα άργησα και δεν έφυγα μαζί με όλα τα άλλα παιδιά της γειτονιάς μας, έτσι έμεινα αργοπορημένος και μόνος να κάνω αυτή την άγρια απόσταση, μέσα από χωράφια, αγρούς και απομονωμένα σπίτια. Το μονοπάτι πέρναγε σε ένα σημείο του δίπλα από ένα διώροφο σπίτι, τότε για τα δικά μας δεδομένα φάνταζε ένα αρκετά πλούσιο σπίτι, έτσι περνώντας μόνος μου από τον επάνω όροφο βγήκε μία κυρία και μου φωνάξε: «ε!!! μικρέ έχω κάτι για σένα, θέλεις μολύβια;” και μου πέταξε στα πόδια μία κασετίνα ξύλινη γεμάτη μολύβια, γόμες και άλλα τέτοια χρήσιμα για τις καθημερνές μου ανάγκες. Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω γιατί διάλεξε εμένα, ενδεχομένως το γεγονός ότι ήμουν μόνος μου, εάν ήμασταν ολόκληρη η ομάδα μάλλον δύσκολα να επιχειρούσε κάτι ανάλογο, πώς να καλύψει τότε κανείς τις ανάγκες τόσων παιδιών. Όπως και να’ νε εκείνη η ημέρα για μένα ήταν μια «τυχερή μέρα».
Τα «Τσαβαλάκια» έτσι τα λένε ακόμη και σήμερα. Ήταν κάποια παιδιά της γειτονιάς μας, μαζί παίζαμε, μαζί μεγαλώσαμε και μαζί κάναμε τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Οι αδελφοί Τσάβαλη ήταν παιδιά από την απέναντι γειτονιά, παρά το γεγονός ότι οι αποστάσεις ήταν μεγάλες, στο μυαλό ενός παιδιού παίρνουν άλλες διαστάσεις ανάλογα έτσι η απόσταση στην πραγματικότητα ήταν δύο στενά παρακάτω από την αυλή μου. Με αυτά τα παιδιά κάναμε τις πρώτες μας τρέλες και τις πρώτες μας εξερευνήσεις στη γύρω περιοχή. Μια μέρα γυρνώντας από το σχολείο κάτι πρέπει να είχα πει εγώ ή κάτι πρέπει να είχε πει κάποιος άλλος, έτσι επιστρέφοντας στο δρόμο τα παιδιά μου έκαναν καζούρα γιατί μάλλον είχα πει ότι μου άρεσε μία συμμαθήτρια μας, νομίζω η Μαρία, έτσι σε όλη την διαδρομή μου έλεγαν τραγουδιστά: «ο Κώστας θέλει την Μαρία, ο Κώστας θέλει την Μαρία» ε! με αυτό το τραγούδι φτάσαμε στο σπίτι μου και αυτοί συνέχισαν για το δικό τους.
Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη
Προφήτη Ηλίας, ένα δωμάτιο, ίσα που χώραγε ένα κρεβάτι, των γονιών μου, και ένα μικρό, το δικό μου όπου έπαιζε και το ρόλο μπαούλου ώστε να αποθηκεύουμε τα χοντρά ρούχα της οικογένειας και δίπλα μια μικρή κούνια, του αδελφού μου πού άρχισε να μεγαλώνει σιγά σιγά, ένα κεντρικό τραπέζι που γύρο από αυτό μαζευόταν η οικογένεια, η κουζίνα και ο «καμπινές» (έτσι λέγαμε τότε το μπάνιο) ήταν προφανώς έξω.
Τα «καμαράκια του Μαμάη», έτσι έλεγαν τον ιδιοκτήτη της κάμαρης που είχαμε για σπίτι. Αυτά τα καμαράκια ήταν μικρά, στην σειρά ένα γύρο από την αυλή και σε κάθε καμαράκι έμενε και μία οικογένεια. Αποτελούσε την πιο σύγχρονη έκδοση του προηγούμενου μαχαλά που ζούσαμε, καθώς το ταβάνι δεν ήταν από τσίγκο αλλά από κεραμίδι, κανονικό και η κουζίνα δεν ήταν μια αυτοσχέδια γωνιά του σπιτιού αλλά ένας εξωτερικός, ξεχωριστός χώρος που τον χρησιμοποιούσαμε για μαγείρεμα. Ήταν ο χώρος που θα μάθω την πιο συγκλονιστική είδηση της ζωής μου, όσο για την οικογένεια του κ Μαμάη, αυτή είχε σπίτι (κανονικό) δηλαδή σαλόνι τραπεζαρία με εσωτερικό μπάνιο, ανήκουστο για εκείνη την εποχή.
Μαζί με την μητέρα μου και τον μικρό μου αδελφό συχνά πηγαίναμε στην Αθήνα, στην πορεία έμαθα ότι αυτές οι συχνές επισκέψεις στο κέντρο, απώτερο σκοπό είχαν τα Νοσοκομεία. Ωστόσο εκείνο που τράβηξε το παιδικό μου ενδιαφέρων και θα μείνει ανεξίτηλο στην μνήμη μου, ήταν όταν είδα για πρώτη φορά στο «κουζινάκι» μας, τη μάνα μου να κλαίει πάνω από την κατσαρόλα μαγειρεύοντας και ανακατεύοντας το φαγητό, φορούσε θυμάμαι μία φούστα από αυτές πού έχουν πολλές πιέτες, τότε ήταν της μόδας, την κρατούσα από την φούστα την οποία σχεδόν τραβούσα και την ρώτησα επίμονα: «μαμά γιατί κλαις;» και η απάντηση της ήταν: «τίποτα παιδί μου ο Βαγγέλης είναι λίγο άρρωστος».
Μια απάντηση που θα την θυμάμαι σε όλη μου την ζωή. Από τότε αρχίζει ο «Γολγοθάς» της μάνας μου και του πατέρα μου, οποίος κράτησε μέχρι την ημέρα πού πέθανε ο Βαγγέλης μας. Από την ημέρα που μάθαμε για την αρρώστια του αδερφού μου, η μάνα μου άρχισε να μου μεταθέτει ένα μικρό βάρος της, λέγοντας μου πάντα: «Κώστα το νου σου στο παιδί». Καθώς για όλη την οικογένεια μας ο Βαγγέλης, μέχρι τη στιγμή που τον χάσαμε ήταν πάντα ένα «παιδί», με την έννοια ότι ήταν ένας άνθρωπος που πάντα έχαιρε μίας ιδιαίτερης προσοχής και φροντίδας.
Πρέπει να ήταν Κυριακή γιατί στο σπίτι είχαμε χαρά, ήταν γενικά ευχάριστη η ατμόσφαιρα. Τις Κυριακές συνήθως το μεσημεριανό φαγητό ήταν μοσχάρι κοκκινιστό, με λίπος, συνοδευόμενο με χοντρά μακαρόνια, αποτελούσε κατά κανόνα το φαγητό της Κυριακής. Αισίως 1958 και ο φόβος της πείνας και των στερήσεων δεν είχε ξεχαστεί ακόμα, το φαγητό συγκαταλέγονταν στα είδη που έδειχναν ένα επίπεδο ευημερίας και δήλωναν την αίσθηση της αποκατάστασης από τις ελλείψεις της κατοχής. Επίσης θα πρέπει να σας καταθέσω ότι όταν έκανα δική μου οικογένεια το φαγητό αυτό δεν μαγειρεύτηκε ποτέ στο σπίτι μας, σε τέτοιο σημείο που τα παιδιά μου δεν ξέρουν καν ότι υπάρχει.
Εκείνη την Κυριακή, λοιπόν ο πατέρας μου ήθελε να δοκιμάσω για πρώτη φορά κρασί στο φαγητό, ήταν ένα συμπλήρωμα στο «κυριακάτικο, πλούσιο» γεύμα παρά τις οικονομικές δυσχέρειες της εποχής, δοκίμασα μία, δοκίμασα δύο ώσπου η τρίτη φορά ήταν και η φαρμακερή. Βλέπεται ήμουν παιδί, αμάθητο στην γεύση και στην οξύτητα του κρασιού, με αποτέλεσμα να μου έρθει αναγούλα και να κάνω εμετό στο τραπέζι, τα έκανα όλα χάλια. Ήταν μία υπέροχη Κυριακή που το γεγονός αυτό την «αμαύρωσε», δεν είναι λίγες οι φορές που με τον πατέρα μου το συζητάμε μέχρι και σήμερα, νομίζω πως βιάστηκε λίγο, πήγε να με κάνει «άντρα» με το ζόρι λίγο πρόωρα.
Θυμάμαι τις επισκέψεις των κοντινών μας συγγενών στο σπίτι, ο πιο συχνός επισκέπτης μας ήταν ο αδελφός της μητέρας μου, φαντάρος τότε στην αεροπορία, τον έβλεπα με την στολή της αεροπορίας και το καπελάκι του περασμένο στην επωμίδα της στολής του. Συνήθως έμενε για λίγο και έφευγε πάλι, επίσης συχνός επισκέπτης ήταν ο φίλος και κουμπάρος του πατέρα μου, ο Θανάσης ο Ξουρής, μου έρχεται στο μυαλό μια μέρα που βοήθησε τον πατέρα μου να «περάσει» ένα καλώδιο από την λάμπα του δωματίου, βάζοντας ένα αχλάδι (mouton) προκειμένου να ανοίγει και να κλίνει το φως από το κρεβάτι, μεγάλη καινοτομία για την εποχή εκείνη.
Κουκουβάουνες, λεγόταν η περιοχή της Μεταμόρφωσης, αργότερα μετονομάστηκε με το όνομα που γνωρίζουμε σήμερα. Στο πανηγύρι λοιπόν της Μεταμόρφωσης, ήταν μαζεμένα όλα τα «παιχνίδια» της εποχής, ο μύλος με τα αλογάκια και τα καροτσάκια όπου μπαίναμε όλα τα παιδιά ανά δύο. Ο περιστρεφόμενος μύλος είχε ένα καρεκλάκι για κάθε άτομο το οποίο κρεμόταν από ψηλά με αλυσίδες, και με την ταχύτητα περιστροφής και με την φυγόκεντρο απομακρυνόταν από την βάση της και αιωρούνταν σαν να ήθελε να φύγει από το σημείο στήριξής του. Σ’ αυτό δεν μπορούσαμε να μετέχουμε εμείς, τα παιδιά καθώς απαγορευόταν. Το πιο εντυπωσιακό δε, ήταν ο γύρος του θανάτου ένα τεράστιο ξύλινο βαρέλι και στην κορυφή κάθονταν οι θεατές και στη βάση ήταν δύο (2) μηχανές.
Το πρόγραμμα ξεκινούσε με την πρώτη να περιστρέφεται με ταχύτητα γύρω-γύρω από το βαρέλι. Η φυγόκεντρος ήταν εκείνη που έκανε τη μηχανή να κολλάει στα τοιχώματα του βαρελιού και να ανεβαίνει μέχρι το πάνω μέρος όπου ήταν οι θεατές. Το θέαμα ήταν εκπληκτικό για την εποχή, παρακολουθώντας το όλοι οι θεατές έμεναν εντυπωσιασμένοι και πολύ περισσότερο δε όταν ξεκινούσε η δεύτερη μηχανή να περιστρέφεται τις περισσότερες φορές προς την αντίθετη φορά της πρώτης, το θέαμα γινόταν τελείως ανατριχιαστικό και εξωπραγματικό, έτσι πήρε και το όνομα «ο γύρος του θανάτου» το οποίο καθιερώθηκε. Άλλοι πάλι έκαναν τους μάγους και εξαφάνιζαν διάφορα πράγματα κάνοντας τα παιδιά να μένουν με το στόμα ανοιχτό.
Θυμάμαι είχα μπει σε ένα αυτοκινητάκι μαζί με την συνομήλικη κόρη του Μαμάη, του σπιτονοικοκύρη μας, πίσω είχαμε τον μικρό Βαγγέλη θα ήταν περίπου δύο χρονών, το κλασικό από τη μάνα μου: «Κώστα το νου σου στο παιδί», αφού φέραμε μερικές γύρες, πάντα εντυπωσιασμένοι, έχοντας πάντα καρφωμένα τα μάτια μας στην μάνα μου και την μάνα της Μαρίας, ο Βαγγέλης άρχισε να φοβάται και να κλαίει, ωστόσο η βόλτα στο πανηγύρι έκλεισε με το μαλλί της γριάς το οποίο και τρώγαμε μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι.
Δίπλα στο δικό μας δωμάτιο έμενε μία οικογένεια όπου ο γιος τους ήταν ποδοσφαιριστής στην ομάδα του Πανιωνίου, νομίζω μία από τις μεγάλες ομάδες εκείνη την εποχή. Συνήθως όταν έβρισκε χρόνο έπαιζε μαζί μου προσπαθώντας να με διδάξει τον τρόπο και τις τεχνικές του στο ποδόσφαιρο, αλλά εγώ είχα βγάλει ήδη τα συμπεράσματα μου από την Πλατεία Αργυρουπόλεως, την «αλάνα των Καρβουνιάρηδων». Η μητέρα μου θυμάμαι ότι ήταν σύμφωνη στο να με ''διδάξει'' αυτά που ήξερε σαν πιο μεγάλος, σε τέτοιο σημείο, που λόγο της μικρής μου ηλικίας δεν μπορούσα να τον ακολουθήσω και είχα αρχίσει να τον αποφεύγω καθώς αυτός με τα δυνατά του μπράτσα μου συμπεριφερόταν σαν να είμαι συνομήλικος του.
Πολλές φορές το παιχνίδι μεταφερόταν στο σπίτι της Μαρίας, συνήθως το χειμώνα δεν είχαμε που αλλού να παίξουμε παρά μόνο το σαλόνι και το δωμάτιο της Μαρίας. Βέβαια είχε δικό της δωμάτιο εκείνη την εποχή όταν εγώ απόκτησα δικό μου δωμάτιο στα δεκαέξι μου χρόνια. Έτσι λοιπόν εκείνο τον καιρό ο αδελφός μου μικρός ακόμα, το μόνο παιδί που υπήρχε στη γειτονιά και μπορούσα να παίξω ήταν η Μαρία. Τα παιχνίδια που παίζαμε στο δωμάτιο της, μου έχουν αφήσει μια ευχάριστη ανάμνηση! Δεν ξέρω εάν ήταν η θηλυκή παρουσία της που με ευχαριστούσε ή τα παιχνίδια που κάναμε αλλά το ''παιχνίδι'' με την Μαρία θα το θυμάμαι πάντα ευχάριστα!
Τα σπίτια λίγα, η θέα απέραντη από την αυλή του Μαμάη, μπορούσε το μάτι μας να βλέπει όλο το Τατόι, την Πάρνηθα τόσο καθαρά που έλεγες ότι δεν μας χώριζαν παρά μόνο μερικές εκατοντάδες μέτρα, έτσι έχει αποτυπωθεί στην μνήμη μου. Στην πραγματικότητα είναι πολύ περισσότερα μα είχε τέτοια καθαρότητα ο ορίζοντας και η μεταφορά του ήχου θαρρώ πως ήταν ανάλογη. Μερικές ηλιόλουστες μέρες παίζαμε στην αυλή και ακούγαμε τα εκπαιδευτικά αεροπλάνα να κάνουν αυτό τον χαρακτηριστικό θόρυβο, όπου ξαφνικά τη στιγμή που κάνουν κάποιο ελιγμό και μάλλον ο κινητήρας τους ζορίζεται ακούγεται ένας περίεργος ήχος ουαααααααου, αυτός ο ήχος είναι χαραγμένος στην μνήμη μου, όταν και σήμερα έχει καθαρό ουρανό και ακούω αυτόν το θόρυβο πάντα έρχεται στην μνήμη μου η αυλή του «Μαμάη» και η παιδική μου ηλικία. Τότε πού παίζαμε ανέμελα, βλέποντας τον κάμπο από την Μεταμόρφωση μέχρι την κορυφή της Πάρνηθας.
«4ο Δημοτικό Σχολείο», περιοχή Αλωνίων, στο Παλαιό Ηράκλειο έτσι ονομάζεται σήμερα το πρώτο σχολείο της ζωής μου, η διάταξη των αιθουσών, οι πίνακες, τα θρανία τα πάντα είναι στη θέση τους σήμερα όπως και τότε, έχει μεν προστεθεί μία καινούργια πτέρυγα ωστόσο η παλιά είναι όπως τότε. Η διαδρομή από το σπίτι στο σχολείο, ήταν μια απόσταση 1,5 χιλιομέτρου η οποία είναι τεράστια για ένα παιδί έξι ετών, ωστόσο αποτελούταν από απερίφρακτα χωράφια και ανύπαρκτους δρόμους με το μεγαλύτερο μέρος της να καλύπτεται από ένα μονοπάτι. Η αίσθηση που έχει αποτυπωθεί στο παιδικό μου μυαλό είναι ότι έκανα ολόκληρο ταξίδι μετ’ εμποδίων για να φτάσω στο σχολείο, το μόνο παρήγορο ήταν ότι φεύγαμε όλα τα παιδιά μαζί από την γειτονιά και κάπως μου περνούσαν αδιάφορες οι δυσκολίες που αντιμετωπίζαμε κατά τη διαδρομή.
Λόγο της μακρινής απόστασης, ξεκινούσαμε αρκετά νωρίτερα από το σπίτι καθώς υπήρχε επίγνωση των δυσκολιών που θα συναντούσαμε στο δρόμο και πάντα ο φόβος ήταν υπαρκτός στο να μην αργήσουμε. Έτσι τις περισσότερες φορές φτάναμε νωρίτερα στο σχολείο και βρίσκαμε την ευκαιρία να παίξουμε και να κάνουμε τρέλες. Μια μέρα είχε αργήσει η δασκάλα μας και όλα τα παιδιά της τάξης την περιμέναμε στο κάτω μέρος της αυλής καθώς γνωρίζαμε ότι από αυτό το μέρος ερχόταν, όμως τα πιο μεγάλα παιδιά βρήκαν σαν παιχνίδι το παλιό ''στοιχειωμένο'' σπίτι που βρισκόταν δίπλα από το μέρος που ήμασταν, τότε όλα τα ερειπωμένα και εγκαταλειμμένα τα λέγαμε στοιχειωμένα, μπήκαν μέσα ανέβηκαν στον πρώτο όροφο και έβγαιναν κάθε τόσο από κάποιο παράθυρο και μας φόβιζαν, έκαναν «ουαααου» και κάθε τόσο όλα τα παιδιά βάζαμε τις φωνές περιμένοντας ότι από κάποιο παράθυρο θα πεταχτεί κανένα φάντασμα. Ξαφνικά όντως από ένα άλλο παράθυρο πετάχτηκε ένας άνθρωπος αναμαλλιασμένος με παράξενη εμφάνιση με κάτι ρούχα περίεργα, που δεν γνωρίζαμε καν την ύπαρξή του, έβαλε τις φωνές ο φουκαράς είχε βρει αυτό το έρημο σπίτι και το είχε μετατρέψει σε προσωρινό του κατάλυμα, καθώς δεν μπορούσε να το δει κανείς για «κατοικία», άθελα μας τον είχαμε ξυπνήσει και μαζί με αυτόν και την παιδική μας φαντασία όπου πέρασε πολύς καιρός μέχρι να συνέλθουμε από την τρομάρα πού πήραμε. Από τότε δεν ξανά πλησίασε κανείς μας το στοιχειωμένο σπίτι και περιορίσαμε το παιχνίδι μας μέσα στα στενά όρια της περίφραξης του σχολείου μας.
Πλησιάζοντας το καλοκαίρι, κάποιες μέρες μέσα στην τάξη η ζέστη ήταν ανυπόφορη και η άπνοια φοβερή, τότε ήταν που η δασκάλα μας αποφάσισε να πάρουμε τα βιβλία μας και να πάμε στο κήπο να κάνουμε μάθημα κάτω από τα πευκάκια, τα οποία τότε δεν ήταν αρκετά μεγάλα και με δυσκολία μπορούσαν να μας καλύψουν με τον ίσκιο τους. Όμως ήταν μία διαφορετική ημέρα από τις άλλες, το μάθημα έγινε πιο ευχάριστα και η ζεστή ημέρα ξεπεράστηκε. Ακόμη δεν ξέρω εάν η ευχαρίστηση δόθηκε από την δροσιά που μας προσέφεραν τα πευκάκια, από την αίσθηση του διαφορετικού ή από την ελευθερία που νιώσαμε έξω από την αίθουσα. Αυτή η διαφορετική ημέρα έμεινε χαραγμένη για πάντα στην παιδική μου μνήμη. Μετά από 45 χρόνια επισκεπτόμενος το σχολείο, σαν υπάλληλος του Δήμου είδα εκείνα τα πευκάκια να έχουν γίνει δάσος με έναν τεράστιο, παχύ ίσκιο από κάτω και έπιασα τον εαυτό μου να ονειρεύεται ένα μάθημα όπως εκείνο κάτω από τον ίσκιο τους, ίσως τα σημερινά παιδιά να κάνουν κάτι ανάλογο ίσως!
Μία ημέρα άργησα και δεν έφυγα μαζί με όλα τα άλλα παιδιά της γειτονιάς μας, έτσι έμεινα αργοπορημένος και μόνος να κάνω αυτή την άγρια απόσταση, μέσα από χωράφια, αγρούς και απομονωμένα σπίτια. Το μονοπάτι πέρναγε σε ένα σημείο του δίπλα από ένα διώροφο σπίτι, τότε για τα δικά μας δεδομένα φάνταζε ένα αρκετά πλούσιο σπίτι, έτσι περνώντας μόνος μου από τον επάνω όροφο βγήκε μία κυρία και μου φωνάξε: «ε!!! μικρέ έχω κάτι για σένα, θέλεις μολύβια;” και μου πέταξε στα πόδια μία κασετίνα ξύλινη γεμάτη μολύβια, γόμες και άλλα τέτοια χρήσιμα για τις καθημερνές μου ανάγκες. Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω γιατί διάλεξε εμένα, ενδεχομένως το γεγονός ότι ήμουν μόνος μου, εάν ήμασταν ολόκληρη η ομάδα μάλλον δύσκολα να επιχειρούσε κάτι ανάλογο, πώς να καλύψει τότε κανείς τις ανάγκες τόσων παιδιών. Όπως και να’ νε εκείνη η ημέρα για μένα ήταν μια «τυχερή μέρα».
Τα «Τσαβαλάκια» έτσι τα λένε ακόμη και σήμερα. Ήταν κάποια παιδιά της γειτονιάς μας, μαζί παίζαμε, μαζί μεγαλώσαμε και μαζί κάναμε τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Οι αδελφοί Τσάβαλη ήταν παιδιά από την απέναντι γειτονιά, παρά το γεγονός ότι οι αποστάσεις ήταν μεγάλες, στο μυαλό ενός παιδιού παίρνουν άλλες διαστάσεις ανάλογα έτσι η απόσταση στην πραγματικότητα ήταν δύο στενά παρακάτω από την αυλή μου. Με αυτά τα παιδιά κάναμε τις πρώτες μας τρέλες και τις πρώτες μας εξερευνήσεις στη γύρω περιοχή. Μια μέρα γυρνώντας από το σχολείο κάτι πρέπει να είχα πει εγώ ή κάτι πρέπει να είχε πει κάποιος άλλος, έτσι επιστρέφοντας στο δρόμο τα παιδιά μου έκαναν καζούρα γιατί μάλλον είχα πει ότι μου άρεσε μία συμμαθήτρια μας, νομίζω η Μαρία, έτσι σε όλη την διαδρομή μου έλεγαν τραγουδιστά: «ο Κώστας θέλει την Μαρία, ο Κώστας θέλει την Μαρία» ε! με αυτό το τραγούδι φτάσαμε στο σπίτι μου και αυτοί συνέχισαν για το δικό τους.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου