Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

1ο Δημοτικό Σχολείο Ηρακλείου Αττικής

Απόσπασμα από την Αυτοβιογραφία του Κώστα Στουμπιάδη

1ο Δημοτικό Σχολείο
Όταν εγκατασταθήκαμε στο σπίτι της Γιατράς θα ήμουν περίπου εννέα ετών, από το σχολείο τον Αλωνίων του Παλαιού Ηρακλείου, έτσι το λέγαμε τότε, έφυγα κατά την διάρκεια της Γ' τάξης και μετακινήθηκα στο Α΄ Δημοτικό Σχολείο του κεντρικού Ηρακλείου. Ένα σχολείο σύγχρονο για τα δεδομένα της εποχής, μια και δεν υπήρχε κανένα σχολείο κοντύτερα στο σπίτι μας αναγκάστηκα να διανύω μια αρκετά μεγάλη απόσταση για την ηλικία μου, από την Γέφυρα της οδού Φιλοθέης μέχρι το κτήριο της Ηλέκτρας Αποστόλου, όπου βρίσκεται ακριβώς δίπλα μέχρι και σήμερα το 1ο Δημοτικό Ηρακλείου. Μία απόσταση σχεδόν ενός χιλιομέτρου.

Η καθημερινή επίσκεψη στο κέντρο του Ηρακλείου ήταν για μένα ένα μεγάλο πολιτισμικό σοκ. Με έφερε σε επαφή με έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο που μέχρι τότε θα έλεγα ότι μου ήταν ''άγνωστος'', ήρθα σε επαφή με μία τάξη μαθητών που προέρχονται από αρκετά ευκατάστατες οικογένειες , με συμμαθητές που είχαν στο σπίτι τους καθημερινά νταντάδες και υπηρετικό προσωπικό, με συμμαθητές που κουβαλούσαν μαζί τους εκτός από πολλά χρήματα και μία σειρά πράγματα και αντικείμενα που εγώ όχι δεν είχα άλλα και δεν είχα φανταστεί ποτέ μου ότι υπάρχουν. 

Εκτός από τα φτηνά και παλιά μου ρούχα πρέπει να είχα και μία δυσοσμία πού εγώ δεν την καταλάβαινα αλλά την καταλάβαιναν οι συμμαθητές μου γιατί μία φορά ένας συμμαθητής μου παραπονέθηκε στην δασκάλα μου κλείνοντας την μύτη του και δείχνοντας προς εμένα που καθόμουν δίπλα του, η δασκάλα του απάντησε: “τι να κάνουμε Ορέστη μου υπομονή”.

Αυτός ήταν ο Ορέστης Φραγκόπουλος, με πατέρα δικηγόρο και ιδιόκτητη βίλα από το επάνω μέρος των γραμμών τού τραίνου, μα όταν δυσκολευόμουν στα μαθήματα μερικές φορές πήγα στο σπίτι του και πήρα την βοήθεια της μητέρας του, ιδιαίτερα στα μαθήματα γεωγραφίας. Μοιάζει παράξενο αλλά όταν όλα τα παιδιά της τάξης μου συζητούσαν για τον πλανήτη και τα περισσότερα είχαν στο σπίτι τους μία υδρόγειο εγώ δεν την είχα δει ούτε από κοντά. Συζητούσαν για τις συντεταγμένες, τις οριζόντιες γραμμές και τον ισημερινό και εγώ ήμουν στον κόσμο μου.

Από την γειτονιά ξεκινάγαμε μαζί με ένα άλλο παιδί, συνομήλικο, το Θόδωρα το Δρόσο, μόλις φτάναμε κοντά στο κέντρο του Ηρακλείου, κοντά στο περίπτερο, έξω από το φαρμακείο του Παπαθάνου, ο φίλος ο Θόδωρας έβγαζε από την τσέπη του ένα μάτσο λεφτά και αγόραζε τσίχλες που μέσα είχαν μία κάρτα που θα την πρόσθετε μαζί με ένα σορό άλλες που είχε και όταν φτάναμε στο σχολείο έβρισκε άλλα παιδιά και άρχιζαν να παίζουν με αυτές τις κάρτες, μία ο ένας και μία ο άλλος και όταν κάποιος είχε την ίδια κάρτα με αυτήν που είχε ρίξει ο προηγούμενος αυτός έπαιρνε τα χαρτιά. 

 Εγώ το μόνο που έκανα ήταν να κοιτάζω και να αισθάνομαι σαν “φουκαράς” γιατί δεν είχα λεφτά ούτε για κουλούρι από το κυλικείο του σχολείου, όταν οι άλλοι έπαιζαν και ξανά έπαιζαν εγώ απλά κοίταζα και πάλι κοίταζα. Βέβαια η συνέχεια της ζωής του φίλου Θόδωρα δεν ήταν και η καλύτερη.

Τον συνάντησα μετά από πολλά χρόνια, χωρίς δόντια και μου αποκάλυψε ότι μόλις είχε βγει από τη φυλακή. Μου εκμυστηρεύθηκε ότι τα παιδικά παιχνίδια του είχαν δημιουργήσει έναν εθισμό και όπως ήταν φυσικό είχε γίνει μανιακός χαρτοπαίχτης τα επακόλουθα νομίζω ότι τα φαντάζεστε! 

Τελικά καταλήγω στο συμπέρασμα ότι καμιά φορά οι στερήσεις τους ανθρώπους τους κάνουν πιο προσεκτικούς και πιο συνετούς, να εκτιμούν τα πράγματα που αποκτούν με κόπο και ιδρώτα και κυρίως με δικά τους χρήματα. Παρά το γεγονός ότι αγνοώ ακόμη και σήμερα αν ήταν συνειδητή επιλογή ή αποτέλεσμα οικονομικής αδυναμίας των γωνιών, εκ των υστέρων τους δικαιώνω πλήρως , στο να μην μου δίνουν αλόγιστα χρήματα καθώς μου έδωσαν ένα πολύτιμο μάθημα ζωής και συμπεριφοράς το οποίο αποτέλεσε για μένα γνώμονα στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών μου.

Συμμετείχα σε παιχνίδια που μου άρεσαν και δεν είχαν ιδιαίτερο κόστος για μένα, η σβούρα ήταν το αγαπημένο μου. Έπαιζα καθημερινά στο διάλυμα μαζί με τον συμμαθητή και αργότερα συνάδελφο μου τον Θάνο το Ρασσιά , έναν πάντα συμπαθητικό γλυκό και ήπιο άνθρωπο, και πάντα με πολλές σβούρες στην τσέπη του. 

Σχηματίζαμε έναν κύκλο και μέσα βάζαμε από μία σβούρα , πετάγαμε την σβούρα μας με στόχο να πετάξουμε όσες περισσότερες σβούρες μπορούσαμε, άλλοτε βγάζαμε ,άλλοτε χάναμε, πάντως η χασούρα μας ήταν μικρή και γι' αυτό την θυμάμαι ευχάριστα και καμιά φορά τη θυμίζω στον Θάνο όταν βρισκόμαστε.

Το χειμώνα ήταν αρκετά δύσκολα να πάμε από το σπίτι στο σχολείο μες την βροχή και μες το κρύο και άντε να περάσουμε την Ηλεκτρική Εταιρία, μετά να περάσουμε την γέφυρα από επάνω, να φτάσουμε στην πλατεία και τον Σταθμό του Τρένου, περνούσαμε μπροστά από το καφενείο του “Τσιριγώτη”, όπου όταν μεγάλωσα ξημεροβραδιαζόμουν κάνοντας απέραντες πολιτικές συζητήσεις στο καφενείο του. 

Δίπλα το μπακάλικο του κυρ Φάνη και μετά το βιβλιοπωλείο του κυρ Τιμολέων, όπου ψωνίζαμε τα σχολικά μας υλικά μια και ήταν το μοναδικό βιβλιοπωλείο του Ηρακλείου, το περίπτερο όπου αγοράζαμε τις σβούρες και τα χαρτάκια μπροστά από το φαρμακείο του Παπαθάνου και μετά μόλις στρίβαμε και παίρναμε την ευθεία για το σχολείο στα δεξιά μας ήταν το σπίτι της Μάρθας οπού πάντα έβλεπα να την αποχαιρετούν η καμαριέρες και η Νταντάδες της και εμείς κοιτάζαμε με τον στόμα ανοικτό. 

Ήταν τόσο όμορφη! Σχεδόν εύθραυστη που νόμιζες ότι εάν την αγγίξεις θα σπάσει, άπιαστο όνειρο για μας η Μάρθα μόνον την βλέπαμε, το ίδιο και η Ειρήνη επίσης και η Μαίρη η Ζούκου και την Τζένη Παπαδοβασιλάκη ένα σορό κοπέλες που αισθανόσουν ότι αυτές είναι κάτι διαφορετικό στο ντύσιμο, στη συμπεριφορά ,στον αέρα.

Ωστόσο η ζωή παίζει περίεργα παιχνίδια, τη Μάρθα την ξανά βρήκα μετά από δεκαοχτώ χρόνια, μόλις είχα προσληφθεί στο Δήμο Ηρακλείου, προσπαθούσε να προσληφθεί με κάποια σύμβαση και εκείνη. Τη ρώτησα : “Μάρθα τι κάνεις; Kαλά είσαι”; Εκείνη μου απάντησε ότι : “ παντρεύτηκα έναν τύπο αρκετά πλούσιο, χώρισα στο μεταξύ οι γονείς μου πέθαναν και τώρα πρέπει να δουλέψω γιατί την έχω άσχημα”, μετά από μερικά χρόνια η Μάρθα πέθανε και από το ''ανάκτορο'' της μνήμης μου δεν έχει μείνει τίποτε όρθιο, τα πάντα έχουν εξαφανιστεί, τελευταία έριξαν και την υπέροχη βίλα της Μάρθας και την έκαναν πολυκατοικία.

Βρε πως αλλάζουν τα πράγματα ούτε που το φανταζόμαστε! στο Δήμο βρήκα και την άλλη παλιά μου τη συμμαθήτρια, τη Μαίρη τη Ζούκου, προερχόταν από μία αρκετά ευκατάστατη οικογένεια και τώρα ήταν γραμματέας του Δημάρχου, αυτά που τότε πού ήμουν παιδί φαίνονταν πως μας χώριζαν πλέον είχαν γίνει καπνός. Ένας κόσμος καινούργιος γεννιόταν και απ ότι φαίνεται τα παιδιά των ανθρακωρύχων που δεν είχαμε στον ήλιο μοίρα και ζούσαμε στα “πατσαβουρέικα” πλέον ήμασταν στο κέντρο του, τα παλιά τζάκια πέθαιναν και κάποια άλλα γεννιόντουσαν.

Ο πιο εντυπωσιακός τύπος της τάξης ήταν ένα παιδί από πολύ φτωχή οικογένεια, σαν και εμένα δηλαδή, όπου το απόγευμα αντί να διαβάζει και να παίζει το πέρναγε στο σιδεράδικο που βρίσκεται το καινούριο κτήριο του ΟΕΕΕ σήμερα πού βρίσετε δίπλα στο Δημαρχείο. Το όνομα του, Νίκος Κανακάρης, τον θυμάμαι να έρχεται στο σχολείο με τον μεγαλόσωμο σκύλο του έχοντας φτιάξει ένα καρότσι που είχε βάλει μέσα τα εργαλεία του και την ήλεκτρο κόλληση, δε το καρότσι το τράβαγε ο μεγαλόσωμος σκύλος και αυτός απλά τον διεύθυνε, έδινε εντολές. 

Όλα τα παιδιά βλέπαμε το θέαμα εντυπωσιασμένα, κόλλαγε κάποιες βέργες από τα κάγκελα του σχολείου και έφευγε πήγαινε τα εργαλεία του πίσω στο μαγαζί και ερχόταν στο μάθημα. Όλοι μέναμε με το στόμα ανοικτό με το ταλέντο και τις δυνατότητες του Νικόλα, όσο για τα μαθήματα μην περιμένετε και πολλά. Η εξέλιξη του παιδιού αυτού ήταν προσδιορισμένη, σιδεράς! Πότε άνοιγε μαγαζί εδώ πότε εκεί και πάντα σιδεράδικο.

Ήμουν γενικά πολύ ήσυχο παιδί ιδιαίτερα στο σχολείο στο διάλυμα η συμπεριφορά μου ήταν ήπια, τα παιδιά του κεντρικού Ηρακλείου γνωρίζονταν μεταξύ τους μία και τα σπίτια τους ήταν το ένα κοντά στο άλλο και το απόγευμα παίζανε και εκτός σχολείου, έτσι είχαν αποκτήσει περισσότερες σχέσεις απ ότι είχα εγώ μαζί τους. Εγώ ερχόμουν από πολύ μακριά, τα παιδιά τα γνώρισα στο σχολείο και τα έβλεπα μόνο εκεί.

 Ήμουν γενικά αποκομμένος από τις μεγάλες παρέες της πλατείας. Μία μέρα στο διάλυμα γινόταν χαμός παίζανε και εγώ κοίταζα στην άκρη ήσυχος, έρχονται δύο παιδιά και με δείχνουν ''να αυτός το έκανε Δημήτρη'' , λένε στον Δημήτρη Καλαποδά όπου ο πατέρας του είχε το κεντρικό μαγαζί στο κέντρο με παπούτσια, ο Δημήτρης τότε ήταν το πιο μεγαλόσωμο παιδί στην τάξη μου ξεχείλιζε από υγεία και όγκο. Κάποιος του είχε πετάξει κάτι και μία ομάδα του υπόδειξε ότι εγώ ήμουν ο υπαίτιος, ''εσύ το πέταξες”; '' μου λέει, δεν πρόλαβα να απαντήσω και μου δίνει μία κλοτσιά, ούτε σκέφτηκα να αντιδράσω σε αυτό το κινούμενο ''μεγαλόσωμο παιδικό γίγαντα''.

 Σήμερα οι γονείς του έχουν ένα μικρό πρατήριο παπουτσιών κάτω από την γέφυρα της Ρούμελης τους ρώτησα πρόσφατα που βρίσκετε ο Δημήτρης, η μητέρα του μου απάντησε πως έγινε πανηγυρτζής και ότι παντρεύτηκε μία Βουλγάρα και πουλάει παπούτσια στα πανηγύρια.

Η Δασκάλες, μας η κυρά Σοφία και η κυρα Ειρήνη αυτή όμως η κυρά Σοφία η Γκογκορώση με την βραχνή φωνή και το μεγάλο της όγκο όποτε έμπαινε μέσα στην τάξη ήταν σαν ένας ταύρος που πέρναγε ανάμεσα από τα θρανία μας και τα έπαιρνε όλα σβάρνα, μολύβια γόμες κασετίνες και εμείς από πίσω τα μαζεύαμε, κυριαρχούσε μέσα στην τάξη με την φωνή της και με τον όγκο της, μια ημέρα τελείωσε το διάλυμα μας και μόλις μπήκαμε μέσα στην αίθουσα, όλοι κάτσαμε στα θρανία μας, ιδρωμένοι και λαχανιασμένοι όπως πάντα από το παιχνίδι και το τρεχαλητό της αυλής, 

Μπαίνει μέσα και η κυρά Σοφία, έτσι αγριεμένη δεν την είχαμε ξανά δει ποτέ, βγάζοντας καπνούς από την μύτη σαν τα μυθικά τέρατα, με γην αγριωπή και δυνατή φωνή της τώρα είχε γίνει άγρια και σκοτεινιασμένη και η φάτσα της, αναζητά ανάμεσά μας με το βλέμμα της αγριεμένο τα δύο ξαδέλφια τους Φαφούτηδες, ήταν δύο συμπαθητικά και καλά παιδιά συμμαθητές μας που έμεναν στην περιοχή κάτω από την άγιας Τριάδα, κάτι είχαν κάνει στο διάλυμα και η κυρά Σοφία το είχε μάθει και ήταν αγριεμένη μαζί τους,

“που είναι οι Φαφούτηδες” αυτά τα παιδιά κάποια σκανδαλιά έκαναν και ήταν μαζεμένοι, σχεδόν δεν μιλούσαν, εκείνη με το βλέμμα της αναζητούσε ανάμεσά μας τα παιδιά που σαν ξαδέλφια κάθονταν στο ίδιο θρανίο, μόλις τα εντοπίζει ανάμεσά μας πέφτει επάνω τους σαν θηρίο και σαν παλαιστής επάνω στα αδύνατα κορμάκια των παιδιών και αρχίζει να τους ρίχνει κάτι χαστούκια πότε στον έναν και πότε στον άλλον. 

Τα παιδιά προσπαθούσαν να προφυλαχθούν με τα χεράκια τους άλλα εκείνη με της άγριες χερούκλες τις έδινε το ένα χαστούκι μετά το άλλο, τα μάγουλα των παιδιών έγιναν κατακόκκινα και όλοι μας μαζευτήκαμε στα θρανία μας νομίζοντας ότι θα συνέχιζε με κάποιον άλλον από εμάς έτσι αγριεμένη όπως ηταν, μας κόπηκε η ανάσα με την επιθετικότητα αυτής της γυναίκας, με τί όρεξη θα συνεχίζαμε το μάθημα μας, φοβισμένοι όλοι μας.Προσπαθούσαμε να συγκεντρωθούμε και να παρακολουθήσουμε αυτά που μας έλεγε, άλλα εμάς όλων το μυαλό μας σίγουρα ήταν στην επιθετικότητα και στην αγριάδα της Δασκάλας μας της κυρα Σοφίας. 

Θα ήταν πριν το 2000 όταν με ένα συνεργείο του Δήμου πήγαμε το παλιό Ηράκλειο έξω από μια πολυκατοικία και ο διαχειριστής που είχε το πρόβλημα ήταν ποιος λέτε, η κυρία Σοφία, βγαίνει αγριωπή όπως την θυμάμαι στο σχολείο και στο παιδικό μου μυαλό να μου υποδείξει το πρόβλημα, χωρίς χαιρετούρες και με κανένα ίχνος ευγένειας, την βλέπω χαμογελάω και την αγκαλιάζω, σίγουρα με πέρασε για τρελό, της εξήγησα της μνήμες μου, ότι ήμουν μαθητής της, της είπα για τους Φαφούτηδες, 

“καλά τους έκανα να γίνουν καλεί άνθρωποι, έλα τώρα να δούμε το δένδρο που θέλει κόψιμο” με ξανά γύρισε στην πραγματικότητα χωρίς συναισθήματα και χωρίς κανένα γέλιο και χωρίς ίχνος καλοσύνης, αναρωτιόμουνα από τέτοιους καθηγητές και Δασκάλες τι φοβία έχουν πάρει οι μαθητές τους και δεν κατόρθωσαν ποτέ τους να τις αποβάλουν, τη ψυχικά τραύματα θα έχουν σαν αυτά που περιγράφω τώρα οι Φαφούτηδες, τι θα μπορούνε να πούνε για εκείνα τα χαστούκια; αναρωτιέμαι.


Ενώ εγώ πήγαινα στην τρίτη Δημοτικού, ο Βαγγέλης άρχισε και αυτός την σχολική του ζωή, πρώτη Δημοτικού με αρκετή φροντίδα από την μητέρα μου, αρχίζουν τα προβλήματα προσαρμογής, πίσω από την πόρτα της τάξης του η μητέρα μου να τον αλλάζει γιατί δεν πρόλαβε να πάει στη τουαλέτα και τα έκανε πάνω του. Και πάντα να με ακολουθεί η συμβουλή ''Κώστα το νου σου στο παιδί, μην το κτυπήσει κανένας'' ,

 έπρεπε σε κάθε διάλυμα να πηγαίνω στην τάξη του και να τον προσέχω, δεν πέρασε καιρός και δημιουργήθηκε ένα καινούργιο σχολείο κοντά στην περιοχή που μέναμε, το καινούργιο σχολείο έγινε δίπλα στο φούρνο του “Σκρέκη”, πιο εύκολη πρόσβαση, πιο εύκολη επικοινωνία για την μητέρα μου. 

Όμως εγώ έχασα την επαφή με το κεντρικό Ηράκλειο και τα παιδιά της ηλικίας μου, έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον επτά χρόνια για να αποκαταστήσω τις σχέσεις μου με τα παιδιά του κέντρου, εκ των υστέρων μπορώ να πω ότι υπήρχε διαφορά στον τρόπο σκέψης συμπεριφοράς και επιπέδου ευρύτερων γνώσεων με εκείνα τα παιδιά σε σχέση με τα παιδιά της περιφέρειας,κάτι ανάλογο μπορεί και να δει κανείς ανάμεσα στα παιδιά της επαρχίας και στα παιδιά της πόλης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου