Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

Στο εκκλησάκι του Αγίου Ηλία στους Καλημεριάνους


Στο εκκλησάκι του Αγίου Ηλία στους Καλημεριάνους 
Ξημερώματα, προχθές ήταν του Αγ Ηλία, πήγαμε όλοι στο ξωκλήσι του στο κάτω μέρος του χωριού ήταν όλοι οι κατά κάποιο τρόπο νέοι και ζωντανή άνθρωποι του χωριού μόνιμοι, και αυτοί του καλοκαιριού, εκεί θυμήθηκα τον Βαγγέλη μερικούς μήνες πριν πεθάνει, με είχαν ενημερώσει από το νοσοκομείο ο γιατρός που τον παρακολουθούσε, ο Βαγγέλης έχει πέντε μήνες ζωή!!!!!! Όχι περισσότερο, το είπα στον αδερφό του πατέρα μου και στους πόλοι δικούς μου ανθρώπους, στους γονείς μου δεν είπα τίποτα, τι να τους έλεγα; ο Βαγγέλης πεθαίνει!!! Πως να το πεις; το σκεφτόμουν, αποφάσισα να μην τους πώς τίποτα, άστο λέω, σιγά σιγά όταν έρθουν τα χειρότερα θα το πω, θα βρω τον τρόπο σκέφτηκα.


Είχα μια διάθεση να ανέβω στο χωριό να τους δω, εκείνοι στον μακάριο τρόπο ζωής τους, είχαν εγκατασταθεί εδώ και χρόνια μόνιμα στο χωριό, με της ανέσεις τους, με το αμπελάκι του ο πατέρας μου, η μάνα μου με τις φίλες και την γειτονιά τους, μέσα στην ηρεμία τους σχεδόν εμάς μας είχαν ξεχάσει, εγώ είχα την οικογένεια μου και ο Βαγγέλης της δουλειές που είχε αναπτύξει στον σύλλογο του και στην ομοσπονδία των παιδιών με μεσογειακή αναιμία, η ημέρα του ήταν γεμάτη πάντα, και αν καμία μέρα η κανένα απόγευμα δεν είχε τι να κάνει εγώ ήμουν δίπλα, ένα τηλέφωνο και είτε εγώ πήγαινα επάνω, είτε αυτός ερχόταν κάτω και βρισκόμαστε, τέλος πάντων είχε ο ένας τον άλλον, εγώ πάλι ένιωθα πώς είχα ένα ακόμα μεγάλο παιδί και πάντα το βράδυ τον έψαχνα όπου και αν βρίσκεται.


“Έλα τη θέλεις;” μου έλεγα όταν τον αναζητούσε στο τηλέφωνο. Αφού έμαθα τα άσχημα μαντάτα ήθελα να πάω στο χωριό να δω την μάνα μου περισσότερο, να μιλήσουμε νοερά, να τους δω λίγο, “πώς είναι ο Βαγγέλης;” με ρώτησε όταν πήγα, “καλά είναι, εντάξει όλα!!” τη να της έλεγα; σε αυτές τις ηλικίες οι άνθρωποι δεν αντέχουν μεγάλες συγκινήσεις, έτσι δεν είπα τίποτα για αυτά που μου είπε ο γιατρός, ούτε πως ο Βαγγέλης έχει καρκίνο στο συκώτι και ότι πεθάνει σε πέντε μήνες, εγώ ήμουν όλο χαμόγελα, “σήμερα είναι του Άι Ηλιά και θα πάμε στο ξωκλήσι θα έρθεις; έλα λίγο και μετά φεύγεις,” έτσι πήγα μαζί τους στο εκκλησάκι του Άι Ηλιά


Η θέση του είναι μέσα στα χωράφια περιτριγυρισμένο με ελιές και άγρια βλάστηση, και μέσα από την χαράδρα στο βάθος βλέπεις την θάλασσα, μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο, τη όμορφη φύση! και είμαστε μέσα στο καλοκαίρι, και ο Βαγγέλης παθαίνει!!! Μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια βλέποντας την φύση και την απεραντοσύνη να ανοίγετε μπροστά μου, πίσω μου ο Παππάς με τους πιστούς έψελναν τα ανάλογα τροπάρια, σκούπισα τα δάκρυα μου και έσμιξα με τους άλλους πιστούς, εκεί ήταν και η μητέρα μου, βλέπω το βλέμμα της να με καρφώνει!!! Κοιτάζοντας με στα μάτια, την ένιωθα πως προσπαθούσε να μαντέψει αυτά που δεν τις έλεγα, εκείνη την στιγμή ένιωθα πώς κατάλαβε αυτό που δεν τις έλεγα, σίγουρα είδε τα μάτια μου κλαμένα και λίγο κόκκινα και με το ένστικτο της μάνας κατάλαβε ότι εγώ δεν μπορούσα να τις πω.


Έχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε, τον Βαγγέλη τον έχουμε θάψει στο χωριό που πάντα ερχόταν για να χαλαρώσει, να γράψει, και να σκεφτεί Ακόμα μια φορά είμαι στο ξωκλήσι του Άι Ηλία, ο πατέρας μου και η μητέρα μου κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερη και συνεχίζουν να έρχονται, το ίδιο και εγώ με την γυναίκα μου τώρα, μέσα στο ίδιο όμορφο σκηνικό όπως και τότε, σήμερα με άλλου είδους προβλήματα, όχι βέβαια τέτοιου μεγέθους και καθόλου τραγικά, σήμερα είμαι πιο γαλήνιος και πιο ήρεμος, απολαμβάνω το τοπίο και τους ψαλμούς που ακούω από τον παπά Γιάννη τον παιδικό φίλο του γιου μου του Νικόλα με τελείως διαφορετικές πορείες ο ένας από τον άλλον εδώ στο εκκλησάκι του Αγίου Ηλία στους Καλημεριάνους
Κώστας Στουμπιάδης 
Καλοκαίρι στο χωριό πρωί 5,20 14/7 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου