Ένα ταξίδι στα χωριά του κάβο ντόρο: το φαράγγι του Αγίου Δημητρίου
Χτες απόγευμα γυρίσαμε από ένα 3 ήμερο εκδρομικό ντελίριο στα χωριά του κάβο ντόρο, με αφορμή μια ορειβατική ομάδα που είχε διοργανώσει την κατάβαση του φαραγγιού του Άγιο Δημήτρη είπαμε και εμείς αντί να το κατεβούμε να πάμε να στήσουμε την σκηνή μας κάτω στην παραλία, από τον υπεύθυνο της ομάδας μάθαμε πώς κάτω στην παραλία έχει δυο καντίνες, νερό για ντους και τουαλέτες, δηλαδή ότι χρειάζεται για να λέγετε το ελεύθερο κάμπινγκ οργανωμένο.
Ξεκινήσαμε απόγευμα και σιγά σιγά φτάσαμε σχεδόν σούρουπο στην παραλία, μόλις ο ήλιος αρχίζει να κρύβεται στο πλευρά του φαραγγιού, “να σε βοηθήσω” η φιλική συμμετοχή ενός παλικαριού που γνώριζε την ανικανότητα των γυναικών προσφέρθηκε για βοήθεια, η Κατερίνα όταν στήνω την σκηνή δεν “υπάρχει”, όταν την στήσω και μετά είναι παρών, κατά την διάρκεια του στησίματος είναι πνευματικά απούσα, σωματικά απλά με κοιτά χωρίς να κάνει τίποτα, ιδρωμένος και λίγο αγχωμένος να μην με πιάσει η νύχτα έχω τελειώσει το στήσιμο.
Αυτή η σκηνή που αγόρασα φέτος είναι ευρύχωρη και καλοκαιρινή, αλλα έχει ενα ελάττωμα, ο πάτος της είναι ψιλός και λεπτός, ένα λεπτό ύφασμα όπως και τα πλαϊνά, έτσι που με κάνει να τον προσέχω ιδιαίτερα, στην Αμοργό είχα μαζί μου ένα νάιλον χοντρό που το έβαζα από κάτω εδώ δεν το έχω μαζί μου έτσι αναγκάστηκα να εφαρμόσω μια άλλη τεχνική, έβαλα τα καριμαρ, τα στρώματα που βάζουμε από κάτω για να είναι μαλακά τα έβαλα κάτω από την σκηνή, έτσι ώστε το λεπτό νάιλον να μην το διαπεράσει κανένα αιχμηρό αντικείμενο, “να βάλω τα σεντόνια τώρα”, η Κατερίνα τον νου της τον είχε στις λεπτομέρειες, είναι αλήθεια ότι είναι υπεύθυνη σε ότι αφορά το εσωτερικό της σκηνής μας, όλα τα εξωτερικά το στήσιμο και την συντήρηση της σκηνής τα έχω αναλάβει εγώ.
Η κυρ Αννα
Κόσμος σχεδόν χυμένος εδώ και εκεί απολάμβανε τη λούφα του, αραγμένος στις καρέκλες και στις αιώρες, άλλος διάβαζε ήρεμα, άλλος σε μια αιώρα κουνιόταν ρυθμικά και σχεδόν κοιμόταν, αλοι πάλι κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα και μια κυρία ευτραφής με κόκκινα μάγουλα και και λίγο προσμένει κοιλιά και με μεγάλα μάτια προσπαθούσε να μαντέψει τη θέλαμε, δεν μας ρωτούσε αλλά μας κοίταζε με τα μεγάλα της γουρλωτά μάτια με ένα βλέμμα που προσπαθούσε να χαμογελάσει άλλα δεν τις έβγαινε,
Η κυρ Άννα το μόνο που έκανε ήταν να παίρνει τα γεμάτα πιάτα και να τα σερβίρει σε αυτούς που, είτε κουνιούνται στην αιώρες τεμπελιάζοντας, είτε καθόντουσαν στα τραπέζια τους αμίλητη κοιτάζοντας το σούρουπο και την σκοτεινιά που πέφτει στο φαράγγι σιγά σιγά, το μόνο που έκαναν είναι να παραγγέλλουν εδέσματα και η κυρ Άννα να τρέχει να τους σερβίρει, αργότερα μάθαμε το όνομα της, κυρ Άννα, όταν χόρτασαν οι “τεμπέληδες τις εύφορης κοιλάδας” βρήκε τον χρόνο και μας συστήθηκε, όχι ότι δεν έκανε τίποτα, απλά πήγαινε ένα πιάτο και καθόταν λίγο κοντά μας, μας έλεγε ένα κομμάτι από την ζωή της και ξανά πήγαινε την επόμενη παραγγελία, και αυτό συνεχιζόταν.
Σιγά σιγά μας σύστησε και τον Παναγιώτη τον γιο τις, το μικρότερο της καμάρι, “το παιδί μένει στην Αθήνα αλλά έρχεται τα Σαββατοκύριακο και μας βοηθάει λίγο και ξανά φεύγει, σιγά που θα σκλαβώσω τα παιδιά σε αυτήν την ερημιά! αυτή είναι σκλαβιά! δεν βλέπεις εμάς; εννοούσε αυτήν και τον άντρα της, έχουμε ξεκουραστεί ποτέ; έχουμε πάει διακοπές ποτέ; το Σεπτέμβριο ίσως πάμε για λίγες ημέρες! που δεν το βλέπω!!!” Μια κουρασμένη γυναίκα που μόλις είχε ξεπεράσω τα πενήντα της και έμοιαζε αποκαμωμένη από την κούραση της ζωής και το κυνήγι της καθημερινής επιβίωσης, σε αυτά τα άγρια μέρει, από παιδιά εκείνη και ο άντρας της αγωνίζονται σε αυτά τα αφιλόξενα μέρη για να κατορθώσουν να επιβιώσουν αυτοί και οι οικογένεια τους
“Εσείς έχετε ωράριο, διακοπές, αργίες, ελεύθερες ώρες, εμείς δεν ξεκουραζόμαστε ποτέ μα ποτέ! Κάθε ημέρα δουλειά χωρίς τελειωμό σαν σκλάβοι, δεν αντέχω άλλο, πονάω και εδώ και δεν ξέρω τη είναι, και μας δείχνει λίγο πάνω από το δεξιό στήθος, και δεν ξέρω τι μου συμβαίνει, το έλεγε και πονούσε, “γατί δεν πας στον γιατρό;” της λέμε, δεν απαντά μα κοιτάζει προς το μέρος του άντρα της, που εκείνη την στιγμή έψηνε σουβλάκια μέσα στην καντίνα, σαν να ήθελε να μας πει, χωρίς να μας το λέει, “πως να τον αφήσω μόνο του τώρα που έχει δουλειά” τα μάτια της το είπαν καθαρά μα δεν είπε λέξη μόνο έσφυζε τα χείλια της ίσως από τον πόνο ίσως από εσωτερική συστολή, σαν να ήθελε να πει, “εδώ έχω περάσει τόσα και τόσα, και τώρα θα λυγίσω για έναν απλό πόνο;”
Όλα τα προϊόντα που σέρβιραν στους πελάτες τους ήταν δίκης τους κατασκευής και προέλευσης, “και τα αυγά δικά σας” την ρωτώ με περιέργεια εγώ, “και το τυρί, και τα λαχανικά δικά μας, “εγώ να σερβίρω αυγά εμπορείου; να μου κοπούν τα χέρια, θα μου τα φέρουν στο κεφάλι οι πελάτες”!!!, Αυτή ήταν η άποψη της κυρ Άννας για τα προϊόντα που σέρβιραν στο μαγαζί τους, εμείς, εγώ και η Κατερίνα είχαμε μείνει με το στόμα ανοιχτό! Που έχουμε έρθει; σε άλλον αιώνα; σε άλλη χώρα ήρθαμε; μα που ζουν αυτοί οι άνθρωποι και είναι τόσο αγνή; τελείως μακριά από κάθε πολιτισμό, ζούνε σε ένα δικό τους κόσμο, αρχίσαμε να πιστεύουμε πως είχαμε έρθει ίσος στον τελευταίο παράδεισο, σε ένα ξεχασμένο σημείο που ο Χάρτης δεν το έχει, έναν παράδεισο έπη γης.
Είχε απλωθεί μια υγρασία και ένα ελαφρύ αεράκι που σε δρόσιζε και έκανε ευχάριστη την παραμονή μας στο μαγαζί τις κυρ Άννας και του κυρ Βαγγέλη που ακόμα δεν τον είχαμε γνωρίσει, είχε σκοτεινιάσει για τα καλά άναψαν και τα φώτα και ο τόπος ημέρεψε, μια παρέα δίπλα πέρναγαν την ώρα τους πίνοντας Μπύρες, και παίζοντας με της αναλογικές τους μηχανές, μπήκα στην συζήτηση για την φωτογραφία, έτσι για να αλλάξω λίγο κλίμα, να αντλήσω λίγο από το νεανικό τους τρόπο σκέψης, χαλάρωναν και αυτοί απολαμβάνοντας το υπέροχο τουλουμοτύρι του κυρ Βαγγέλη που εμένα με είχε κερδίσει, “μόνος μου το φτιάχνω” μου λέει λίγο πριν φύγουμε, εγώ τον χαβά μου, “έχω ξανά έρθει με το ποδήλατο με έναν φίλο μου στην περιοχή σας”, “τι δουλειά κάνει;” ρωτά η Άννα την Κατερίνα, “α κατάλαβα, ξεκούραστη είσαστε”, για την Άννα όσοι κάνουν χόμπι είναι ξεκούραστη, και ψάχνουν τρόπο να κουραστούν, δεν έχει και πολλή άδικο νομίζω, συγκρίνοντας τον τρόπο ζωής της με την δική μας τα πράγματα δεν μπορούσαν να είναι διαφορετικά, καληνυχτίσαμε και πήραμε τον δρόμο για την παραλία.
Η παραλία ήταν σχεδόν γεμάτη από σκηνές, κάποιοι είχαν ανάψει φωτιές και έψηναν, άλλοι πάλι συζητούσαν και γέλαγαν με την καρδιά τους, παντού άκουγες χαρούμενες φωνές και όλοι είχαν κέφι για ξενύχτι, από πάνω μας ένας έναστρος ουρανός με τόσα άστρα που δεν τα είχαμε ξαναδεί ποτέ μας, μέσα σε τέτοιο σκοτάδι όλα τα άστρα γίνονται φωτεινά, μπορούσε κανείς να τα μετρήσει να τα ξεχωρίσει, και με λίγη προσπάθεια να διάβαση τον ουράνιο θόλο, μείναμε με την Κατερίνα να τα κοιτάζουμε, είχε μια γαλήνια βραδιά, μια όμορφη ατμόσφαιρα που δε σε άφηνε να κοιμηθείς, την ομορφιά της βραδιάς συμπλήρωνε και ο ήχος της θάλασσας, είχε ένα ελαφρύ κυματάκι, έτσι μόνο και μόνο να μας θυμίζει με τον τρόπο της την ύπαρξη της, “είμαι και εγώ εδώ” ίσως να ήθελε και η θάλασσα να συμμετέχει στην όμορφη βραδιά, όλα συνηγορούσαν στο να μην κοιμηθεί κανείς.
Μπήκαμε στη σκηνή μας και ψιλό συζητώντας μας πήρε ο ύπνος, ξύπνησα πρώτος, μέσα από το παράθυρο της σκηνής βλέπω τον ορίζοντα της θάλασσας και στο βάθος μια λάμψη κόκκινη, σαν φωτιά να βγαίνει μέσα από την θάλασσα, ερχόταν! δυναμικά, αργά αλλά σταθερά ο ήλιος, η καινούργια ημέρα, ακόμα δεν είχε φανεί αλλά ήταν ξεκάθαρο το που θα σκάσει, σιγά σιγά έγινε πορτοκαλί όλος ο ουρανός, το πορτοκαλί σιγά σιγά γινόταν όλο και πιο έντονο, εγώ μέσα από την σκηνή έβλεπα αποσβολωμένος αυτό το μοναδικό ανεπανάληπτο θέαμα, κάτι που στην Αθήνα ποτέ δεν θα το δεις, κάτι μοναδικό, να βλέπεις τον ορίζοντα της θάλασσας, να βλέπει το μάτι σου τόσο μακριά μέχρι την καμπυλότητα του πλανήτη, χωρίς κανένα εμπόδιο, χωρίς να ενοχλεί το μάτι σου τίποτα,
Ξάφνου, μέσα από το νερό, να βλέπεις να πετάγεται αυτή η πύρινη μπάλα, αυτή η πηγή ζωής, ο θεός ήλιος, αυτόν που λάτρευαν οι αρχαίοι Έλληνες και όλες οι φίλες του κόσμου, και η πύρινη μπάλα όλο και να ανεβαίνει και να γεμίζει με ζωή όλο το σύμπαν, το ίδιο γινόταν και στην παραλία μας, σιγά σιγά, ένας ένας, έβγαιναν από της σκηνές τους για να θαυμάσουν το θέαμα, σαν ένδειξη σεβασμού σε μια δύναμη που όλοι μας σεβόμαστε και λατρεύουμε με τον τρόπο του ο καθένας. Ο ήλιος τώρα είχε κυριαρχήσει, τα πάντα έλαμπαν και φωτοβολούσαν στην παραλία, ένας ένας έβγαινε από την σκηνή του, τεντώνοντας το κορμί του από την ακαμψία της νύχτας και ακολουθούσε η πρωινή καθιερωμένη βουτιά στην θάλασσα, ένδειξη πως μια καινούργια ημέρα αρχίζει
Η επόμενη ημέρα
Όλη την ημέρα την φάγαμε μπαίνοντας και βγαίνοντας στην θάλασσα, ηλιοθεραπεία και ξανά μπάνιο, μια θάλασσα χωρίς κυματισμό χωρίς φουρτούνα. Οι παραλίες που κοιτάζουν Αιγαίο πέλαγος σπάνια τις βρίσκει κανείς χωρίς κύμα, αλλά όταν τις βρει κανείς χωρίς κυματισμό πρέπει να τις απολαύσει όσο μπορεί, αυτό κάναμε και εμείς, μπαίναμε και βγαίναμε από το νερό και χαιρόμαστε την σπάνια ηρεμία της, με απασχολούσε το ζήτημα του ηλίου, ο ήλιος έκαιγε τα πάντα και έπρεπε με κάθε θυσία να κάνουμε έναν ίσκιο, ομπρέλα δεν είχαμε στην σκηνή μέσα δεν μπαίνεις έπρεπε κάτι να κάνουμε, είχα φέρει από το σπίτι ένα λιόπανο και με βάση αυτό το πανί έκανα μια υπέροχη σκιά που σε σχέση με το λιοπύρι που είχε έξω αυτό το πανί ήταν όαση, έτσι βγάλαμε το μεσημέρι μας, μετά τις έξι ο ήλιος έφυγε τα πλαϊνά του φαραγγιού τον έκρυψαν, δροσούλα επιτέλους ξανά.
Όλη την ημέρα μου πέφτανε τα σάλια σκεπτόμενος τις περιγραφές τις Άννας και τα λαχταριστά υπέροχα αυγά από τις κότες τις, και όλο έλεγα να πάω για πρωινό, αλλά όλο λέγαμε άστο για αργότερα, αλλά όταν το μεσημέρι πήγαμε τα αυγά είχαν τελειώσει. Τα “κουρασμένα παιδιά” τα είχαν φάει όλα, πήγαμε για το μεσημεριανό μας, μα το σκηνικό στο μαγαζί τις κυρ Άννα και του κυρ Βαγγέλη αυτή την ώρα έμοιαζε με “σανατόριο”, με “ψυχιατρείο”, η “νοσοκομείο”, παντού έβλεπες κορμιά να είναι, σαν σε χειμέρια νάρκη, αραχτή στο δροσερό πλακόστρωτο η στις βαθμίδες που είχε φτιάξει ο Βαγγέλης, η πεζούλες μέσα στο πράσινο και κοντά στον βράχο με την υπέροχη δροσιά που θέλαμε να καθίσουμε ήταν πιασμένα, τα παιδιά τα είχαν πιάσει όλα, όχι πως καθόντουσαν αλλά μάλλον θα έλεγα κοιμούνται διαβάζοντας, η με ανοιχτά τα μάτια τους κοίταζαν το άπειρο!!!!!!!, κοίταγαν τα πλατάνια και απολάμβαναν την δροσιά του φαραγγιού μια και έξω δεν ξεμύταγε κανείς από την ζέστη.
Η κυρ Άννα και ο κυρ Βαγγέλης ήταν στο φόρτε της δουλειάς τους, η μερίδες πήγαιναν η μια μετά την άλλη, ο Παναγιώτης στο μπαρ να φτιάχνει καφέδες και δροσερά ποτά για να ξεδιψάσει τα “κουρασμένα παιδιά” όλοι τους τρέχανε να εξυπηρετήσουν τα παιδιά που ήταν ξαπλωμένα εδώ και εκεί, αυτή ήταν η δουλειά τους άλλωστε, κοιτάγαμε το φαράγγι και την δροσιά που έβγαζε και σκεφτόμαστε την προσπάθεια που κάναμε μετά το πρωινό μας να το περπατήσουμε, “θα περάσετε απέναντι και μετά ξανά από την δίκη μας πλευρά, θα βρείτε την Σωλήνα που έχουμε βάλει και περνούμε νερό και θα τραβήξετε ίσια μέσα στο φαράγγι” αυτές ήταν οι οδηγίες του Παναγιώτη και ακούγονταν απλές, αλλά όταν πήγαμε να τις εφαρμόσουμε η εφαρμογή τους ήταν αρκετά προβληματική, σε ένα δύσβατο φαράγγι με το ποτάμι να τρέχει συνεχώς νερό, και τα περάσματα σχεδόν χαμένα από την αχρηστία μηνών, μας ανάγκασε να γυρίσουμε πίσω.
Το μεσημέρι το βγάλαμε κάτω από το λιόπανο που είχα κατασκευάσει για να μας κάνει ίσκιο, μέχρι που έφυγε ο ήλιος την βγάλαμε εκεί, μας πήρε και λίγο ο ύπνος, κάναμε το τελευταίο μας μπάνιο στην θάλασσα που είχε βγάλει λίγο κυματάκι, βλέπαμε τα παιδιά του Σαββατοκύριακου να μάζευαν τα πράγματα τους, έφευγαν για Αθήνα, εμείς τους βλέπαμε και τους κοιτάζαμε ατάραχη, ένας ένας φόρτωναν τα μπαγκάζια τους στα αυτοκίνητα και τις μηχανές και έπαιρναν τον δρόμο για την χωμάτινη ανηφόρα που θα τους έβγαζε στον κεντρικό, και από εκεί ντουγρού για το Μαρμάρι, το σημείο που θα πάρουν το πλοίο για Αθήνα
Εμείς ντυθήκαμε και πήραμε τον δρόμο για το γεφύρι του φαραγγιού, που δίπλα ήταν το κονάκι, η καντίνα, η ταβέρνα, μάλλον καλύτερα το ησυχαστήριο της κυρ Άννας και του κυρ Βαγγέλη, μόλις φτάσαμε διαπιστώσαμε πως είχαμε μείνει σχεδόν μόνοι μας, μερικά παιδιά έτρωγαν και χαιρετούσαν εγκάρδια την κυρία Άννα και τον κυρ Βαγγέλη φεύγοντας για την Αθήνα, δήγμα πως εκτιμούσαν το καλό φαγητό και την εξυπηρέτηση που τους παρείχε η οικογένεια αυτό το διήμερο, ο Παναγιώτης έκφρασε την ανησυχία της οικογένειας, “και αυτοί φεύγουν; τη διάολο, τους είπαν πως έρχεται τσουνάμι και φοβήθηκαν;” είπε αστειευόμενος, εγώ και η Κατερίνα μας ήρθε κάπως περίεργα αυτή η ησυχία, από την χτεσινή κοσμοσυρροή σε αυτήν την μοναξιά, και την συνεχή αποχώρηση και άλλον νέων παιδιών,
Μπήκαμε στη σκηνή μας και ψιλό συζητώντας μας πήρε ο ύπνος, ξύπνησα πρώτος, μέσα από το παράθυρο της σκηνής βλέπω τον ορίζοντα της θάλασσας και στο βάθος μια λάμψη κόκκινη, σαν φωτιά να βγαίνει μέσα από την θάλασσα, ερχόταν! δυναμικά, αργά αλλά σταθερά ο ήλιος, η καινούργια ημέρα, ακόμα δεν είχε φανεί αλλά ήταν ξεκάθαρο το που θα σκάσει, σιγά σιγά έγινε πορτοκαλί όλος ο ουρανός, το πορτοκαλί σιγά σιγά γινόταν όλο και πιο έντονο, εγώ μέσα από την σκηνή έβλεπα αποσβολωμένος αυτό το μοναδικό ανεπανάληπτο θέαμα, κάτι που στην Αθήνα ποτέ δεν θα το δεις, κάτι μοναδικό, να βλέπεις τον ορίζοντα της θάλασσας, να βλέπει το μάτι σου τόσο μακριά μέχρι την καμπυλότητα του πλανήτη, χωρίς κανένα εμπόδιο, χωρίς να ενοχλεί το μάτι σου τίποτα,
Ξάφνου, μέσα από το νερό, να βλέπεις να πετάγεται αυτή η πύρινη μπάλα, αυτή η πηγή ζωής, ο θεός ήλιος, αυτόν που λάτρευαν οι αρχαίοι Έλληνες και όλες οι φίλες του κόσμου, και η πύρινη μπάλα όλο και να ανεβαίνει και να γεμίζει με ζωή όλο το σύμπαν, το ίδιο γινόταν και στην παραλία μας, σιγά σιγά, ένας ένας, έβγαιναν από της σκηνές τους για να θαυμάσουν το θέαμα, σαν ένδειξη σεβασμού σε μια δύναμη που όλοι μας σεβόμαστε και λατρεύουμε με τον τρόπο του ο καθένας. Ο ήλιος τώρα είχε κυριαρχήσει, τα πάντα έλαμπαν και φωτοβολούσαν στην παραλία, ένας ένας έβγαινε από την σκηνή του, τεντώνοντας το κορμί του από την ακαμψία της νύχτας και ακολουθούσε η πρωινή καθιερωμένη βουτιά στην θάλασσα, ένδειξη πως μια καινούργια ημέρα αρχίζει
Η επόμενη ημέρα
Όλη την ημέρα την φάγαμε μπαίνοντας και βγαίνοντας στην θάλασσα, ηλιοθεραπεία και ξανά μπάνιο, μια θάλασσα χωρίς κυματισμό χωρίς φουρτούνα. Οι παραλίες που κοιτάζουν Αιγαίο πέλαγος σπάνια τις βρίσκει κανείς χωρίς κύμα, αλλά όταν τις βρει κανείς χωρίς κυματισμό πρέπει να τις απολαύσει όσο μπορεί, αυτό κάναμε και εμείς, μπαίναμε και βγαίναμε από το νερό και χαιρόμαστε την σπάνια ηρεμία της, με απασχολούσε το ζήτημα του ηλίου, ο ήλιος έκαιγε τα πάντα και έπρεπε με κάθε θυσία να κάνουμε έναν ίσκιο, ομπρέλα δεν είχαμε στην σκηνή μέσα δεν μπαίνεις έπρεπε κάτι να κάνουμε, είχα φέρει από το σπίτι ένα λιόπανο και με βάση αυτό το πανί έκανα μια υπέροχη σκιά που σε σχέση με το λιοπύρι που είχε έξω αυτό το πανί ήταν όαση, έτσι βγάλαμε το μεσημέρι μας, μετά τις έξι ο ήλιος έφυγε τα πλαϊνά του φαραγγιού τον έκρυψαν, δροσούλα επιτέλους ξανά.
Όλη την ημέρα μου πέφτανε τα σάλια σκεπτόμενος τις περιγραφές τις Άννας και τα λαχταριστά υπέροχα αυγά από τις κότες τις, και όλο έλεγα να πάω για πρωινό, αλλά όλο λέγαμε άστο για αργότερα, αλλά όταν το μεσημέρι πήγαμε τα αυγά είχαν τελειώσει. Τα “κουρασμένα παιδιά” τα είχαν φάει όλα, πήγαμε για το μεσημεριανό μας, μα το σκηνικό στο μαγαζί τις κυρ Άννα και του κυρ Βαγγέλη αυτή την ώρα έμοιαζε με “σανατόριο”, με “ψυχιατρείο”, η “νοσοκομείο”, παντού έβλεπες κορμιά να είναι, σαν σε χειμέρια νάρκη, αραχτή στο δροσερό πλακόστρωτο η στις βαθμίδες που είχε φτιάξει ο Βαγγέλης, η πεζούλες μέσα στο πράσινο και κοντά στον βράχο με την υπέροχη δροσιά που θέλαμε να καθίσουμε ήταν πιασμένα, τα παιδιά τα είχαν πιάσει όλα, όχι πως καθόντουσαν αλλά μάλλον θα έλεγα κοιμούνται διαβάζοντας, η με ανοιχτά τα μάτια τους κοίταζαν το άπειρο!!!!!!!, κοίταγαν τα πλατάνια και απολάμβαναν την δροσιά του φαραγγιού μια και έξω δεν ξεμύταγε κανείς από την ζέστη.
Η κυρ Άννα και ο κυρ Βαγγέλης ήταν στο φόρτε της δουλειάς τους, η μερίδες πήγαιναν η μια μετά την άλλη, ο Παναγιώτης στο μπαρ να φτιάχνει καφέδες και δροσερά ποτά για να ξεδιψάσει τα “κουρασμένα παιδιά” όλοι τους τρέχανε να εξυπηρετήσουν τα παιδιά που ήταν ξαπλωμένα εδώ και εκεί, αυτή ήταν η δουλειά τους άλλωστε, κοιτάγαμε το φαράγγι και την δροσιά που έβγαζε και σκεφτόμαστε την προσπάθεια που κάναμε μετά το πρωινό μας να το περπατήσουμε, “θα περάσετε απέναντι και μετά ξανά από την δίκη μας πλευρά, θα βρείτε την Σωλήνα που έχουμε βάλει και περνούμε νερό και θα τραβήξετε ίσια μέσα στο φαράγγι” αυτές ήταν οι οδηγίες του Παναγιώτη και ακούγονταν απλές, αλλά όταν πήγαμε να τις εφαρμόσουμε η εφαρμογή τους ήταν αρκετά προβληματική, σε ένα δύσβατο φαράγγι με το ποτάμι να τρέχει συνεχώς νερό, και τα περάσματα σχεδόν χαμένα από την αχρηστία μηνών, μας ανάγκασε να γυρίσουμε πίσω.
Το μεσημέρι το βγάλαμε κάτω από το λιόπανο που είχα κατασκευάσει για να μας κάνει ίσκιο, μέχρι που έφυγε ο ήλιος την βγάλαμε εκεί, μας πήρε και λίγο ο ύπνος, κάναμε το τελευταίο μας μπάνιο στην θάλασσα που είχε βγάλει λίγο κυματάκι, βλέπαμε τα παιδιά του Σαββατοκύριακου να μάζευαν τα πράγματα τους, έφευγαν για Αθήνα, εμείς τους βλέπαμε και τους κοιτάζαμε ατάραχη, ένας ένας φόρτωναν τα μπαγκάζια τους στα αυτοκίνητα και τις μηχανές και έπαιρναν τον δρόμο για την χωμάτινη ανηφόρα που θα τους έβγαζε στον κεντρικό, και από εκεί ντουγρού για το Μαρμάρι, το σημείο που θα πάρουν το πλοίο για Αθήνα
Εμείς ντυθήκαμε και πήραμε τον δρόμο για το γεφύρι του φαραγγιού, που δίπλα ήταν το κονάκι, η καντίνα, η ταβέρνα, μάλλον καλύτερα το ησυχαστήριο της κυρ Άννας και του κυρ Βαγγέλη, μόλις φτάσαμε διαπιστώσαμε πως είχαμε μείνει σχεδόν μόνοι μας, μερικά παιδιά έτρωγαν και χαιρετούσαν εγκάρδια την κυρία Άννα και τον κυρ Βαγγέλη φεύγοντας για την Αθήνα, δήγμα πως εκτιμούσαν το καλό φαγητό και την εξυπηρέτηση που τους παρείχε η οικογένεια αυτό το διήμερο, ο Παναγιώτης έκφρασε την ανησυχία της οικογένειας, “και αυτοί φεύγουν; τη διάολο, τους είπαν πως έρχεται τσουνάμι και φοβήθηκαν;” είπε αστειευόμενος, εγώ και η Κατερίνα μας ήρθε κάπως περίεργα αυτή η ησυχία, από την χτεσινή κοσμοσυρροή σε αυτήν την μοναξιά, και την συνεχή αποχώρηση και άλλον νέων παιδιών,
Γνωριμία
με τον κυρ Βαγγέλη
Η
Κατερίνα πήγε στην σκηνή να καθίσει μου
λέει, η αλήθεια είναι πως δεν τις αρέσει
η μοναξιά, με άφησε μόνο μου εγώ και ο
κυρ Βαγγέλης, για πρώτη φορά καθόμαστε
μόνη μας, σήμα τηλεφωνικό δεν έπιανε
τίποτα, Ίντερνετ καθόλου, πλήρη απομόνωση
από τα πολιτιστικά και κοινωνικά
εγκόσμια, έτσι έμεινα να κοιτάζω το
περιβάλλον και την ηρεμία, και κάθε τόσο
και άλλο ένα αυτοκίνητο έφευγε για τον
“πολιτισμό”, “άντε να δούμε ποιοι θα
μείνουν” μονολογεί ο κυρ Βαγγέλης, “να
σε κεράσω ενα τσιπουράκι;” μου απευθύνεται
ο κυρ Βαγγέλης, που φαίνεται πως έχει
διάθεση να μιλήσει, να κουβεντιάσει σαν
άνθρωπος και εκείνος μια και είναι η
πρώτη φορά που τον βλέπω να μην κάνει
τίποτα, να ξεκουράζεται και αυτός, δυο
ημέρες τώρα τον έβλεπα να ταΐζει αυτούς
που ξεκουράζονται, και αυτός με την
γυναίκα του να τρέχουν να ταΐσουν καμία
πενηνταριά “τεμπέληδες”, τώρα
ξεκουράζεται, αλλά το μυαλό του το έχει
μην τυχόν και του φύγουν όλοι οι πελάτες
και δεν έχει δουλειά.
“Και
δεν το βάζεις”, απαντώ του κυρ Βαγγέλη
θαρρετά και αντρίκια όπως σίγουρα του
αρέσει, ο κυρ Βαγγέλης βγάζει από ένα
ψυγείο μια μποτίλια πεντόκιλο, ιδρωμένη
όπως λένε στο χωρίο μου τις μποτίλιες
που είναι εξωτερικά υγρές από την διαφορά
θερμοκρασίας, “μη μου μου πεις πως είναι
δικό σου”; λέω περισσότερο για να έχουμε
κάτι να λέμε μια και έψαχνα να τον “βρω”,
να δω δηλαδή κατά που θα φέρω την συζήτηση,
τη να πούμε, να ανοίξω μονοπάτια συζήτησης
που να του είναι ευχάριστα και να έχουν
και για μένα ένα ενδιαφέρων,
“και
βέβαια είναι δικό μου” μου απαντά
θαρρετά και αντρίκια στο ίδιο ύφος και
εκείνος,
“απο
παιδί είσαι εδώ; πως και δεν έφυγες για
Αθήνα σαν κάτι άλλους;
“έφυγα
και ξανά γύρισα ο βλάκας, το κεφάλι μου
θέλει σπάσιμο, άντε για μας” και πίναμε
μια ρουφηξιά από
το υπέροχο τσίπουρο του, “αυτό
είναι
από
σταφύλια δικά σου; δεν βγάζεις κρασί
καθόλου; τον ρώτησα για να δω περισσότερα
κομμάτια από
την ζωή του, “πατάω πρώτα
το κρασί βγάζω
το κρασί μου και κρατάω τα στέφυλα
σε σακούλες, μετά
ένα
μήνα τα πατάω και κάνω το τσίπουρο μου,
κάνουμε τα πάντα Κώστα εδώ
για να ζήσουμε, το ξέρεις; τι νόμιζες,
εδώ
είναι
άγρια μέρει, εδώ
για να ζήσεις θέλει να είσαι αγριάνθρωπος,
δεν είμαστε φυσιολογική άνθρωποι εμείς
εδώ! Άστα
μην τα συζητάς,....”
Ο
κυρ Βαγγέλης έχει
διάθεση και μου έχει ανοίξει την ψύχει
του, έχει όρεξη να μιλήσει
και εγώ σιωπηλώς
ακούω, “ήμουν
στην Αθήνα
και έβλεπα μουλάρια φορτωμένα με σανό
και δάκρυσαν τα μάτια μου,
θυμόμουν
τα παιδικά μου χρόνια στο χωριό
αυτά έκανα και εγώ και ήθελα να ξανά
γυρίσω πίσω, και ξανά γύρισα! Δυστυχώς,
και τώρα βασανίζομαι σαν μουλάρι και
εγώ, δεν καθόμουν στην Αθήνα ο βλάκας!
Τη ήθελα να ξανά γυρίσω πίσω;” “ να
φωνάξεις και τα παιδιά σου να σας
βοηθήσουν λίγο, να ξεκουράστηκε εσύ
και η Άννα”
του λέω εγώ δίνοντας του ιδέες που
σίγουρα
της είχε σκεφτεί περισσότερο από
εμένα, “ να φωνάξω τα παιδιά μου εδώ
σε αυτήν την ζούγκλα; να τραβιούνται
όπως και εγώ; ποτέ
Κώστα, ποτέ!
Αυτό είναι βασανιστήριο δεν είναι
ζωή, το ακούς! Και τους κατάδικους να
τους πεις να έρθουν εδώ
για να γλυτώσουν την ποινή τους θα
προτιμήσουν την φυλακή από
το να έρθουν εδώ,
στην φυλακή είναι
καλύτερα το ξέρεις; με κοιτάζει σχεδόν
αγανακτισμένος”
Το
έλεγε με πόνο ψυχής, λίγο το τσίπουρο
λίγο η κούραση ο κυρ Βαγγέλης είχε όρεξη
να βγάλει τα εσώψυχα του, είμαστε μόνοι
μας, είχε απέναντι του έναν σχεδόν
συνομήλικό του και είχε όρεξη να του
ανοίξει την ψυχή του και αυτό έκανε, εγώ
όσες ημέρες μείναμε εκεί ποτέ δεν του
είπα την ηλικία μου, ίσως το μέτρο
σύγκρισης να τον βύθιζε σε ακόμα
περισσότερη θλίψη κάτι που δεν το ήθελα,
“ο δρόμος πότε άνοιξε για να κατέβει
στην παραλία;” ρωτάω περισσότερο για
να έχουμε κάτι να λέμε και να μαθαίνω
και εγώ την ιστορία του τόπου που
βρίσκομαι από έναν άνθρωπο που σίγουρα
γνωρίζει, “εγώ τον άνοιξα” μου κορδώθηκε
με καμάρι,
“ένα
καλοκαίρι ήταν μαζεμένες πάνω από εκατόν
πενήντα σκηνές, είχε γεμίσει η παραλία,
οι σκηνές είχαν φτάσω μέχρι εδώ, έξω από
το μαγαζί, και να φανταστείς κατεβαίναν
από μονοπάτι στην παραλία, φαντάσου να
είχαμε και δρόμο τι θα γινόταν, δεν πάει
λέω άλλο λέω, περνώ το αυτοκίνητο και
πάω και βρίσκω τον Μπουραντά τον σημερινό
δήμαρχο της Κύμης, τότε Νομάρχης και
του λέω, έλα να δεις τη γίνεται κάτω στην
παραλία, θέλουμε δρόμο και μάλιστα τώρα,
όχι λόγια! Ένταξη μου λέει, εγώ θα βάλω
τα μηχανήματα και τα γκρέϊντερ της
νομαρχίας και εσύ θα βάλεις την δουλειά,
και δούλευα μια βδομάδα κομπρεσέρ και
φουρνέλα για να ανοίξουμε τον δρόμο,
και τώρα δεν μου μιλά κανένας από όσους
επωφελήθηκαν, άστα σου λέω σκατόκοσμος,
“για
βάλε ένα ακόμα τσιπουράκι, καλό φαίνεται”
λέω και εγώ γιατί ξέρω πως θέλει να
ακούει και κανένα καλό λόγο για το
τσίπουρο του, και άρχισα να του λέω και
εγώ ιστορίες πού γνώριζα χρόνια πριν
“όταν είχαμε έρθει με τα ποδήλατα με
τον φίλο μου καθόμαστε στο μαγαζί στους
Καλιανούς, και στο βάθος ανάβει μια
λάμπα, μας είπε ο ταβερνιάρης πως είναι
δυο αδέρφια που μένουν μόνοι τους στο
δάσος, μέσα στην χαράδρα του Δημοσάρη,
τι περίεργη ιστορία και αυτοί, μόνοι
τους μέσα στην ζούγκλα; μα τη σόι άνθρωποι
είναι αυτοί;” με εντυπωσίασε που ο
Βαγγέλης ήξερε ιστορίες από την ευρύτερη
περιοχή του, “αυτά τα αδέρφια ο ένας
σκοτώσω τον άλλον για να μην του φάει
την περιουσία, και τα δυο ήταν ανύπαντρα
και χωρίς οικογένεια, και αυτός που
σκότωσε τον αδερφό του είχε σκοτώσει
και τον πατέρα του!.... έχω μείνει κάγκελο
με την φοβερή είδηση που μου μεταφέρει
ο Βαγγέλης “μα είναι δυνατόν, δεν τον
έχει μαζέψει κανείς, αυτός πρέπει να
έχει τρελαθεί μέσα εκεί μόνος του, δεν
ήξερα την εξέλιξη αυτήν για τα δυο
αδέρφια που τότε είχα μάθει την ιστορία
τους,
“γιατί σου λέω εδώ είναι αγριάνθρωποι, μόνο τέτοιοι μπορούν να ζήσουν σε τέτοια άγρια μέρει κανείς άλλος, κάθε λογικός άνθρωπος φεύγει” εγώ συνεχίζω να μην μπορώ να χωνέψω την εξέλιξη της ιστορίας των δυο αδερφών, πίνω το τσίπουρο μου και μονολογώ σαν χαμένος μετά την είδηση που μου μετέφερε ο Βαγγέλης των αδερφών, “ μα καλά η αστυνομία δεν ερεύνησε τίποτα; δεν έψαξε κανείς; και τι ρεύμα έχουν αυτοί οι άνθρωποι;” ο Βαγγέλης γυρίζει απότομο με γουρλωμένα μάτια, “πιο ρεύμα ρε Κώστα με λυχνάρια ζούνε και αυτός σήμερα που έχει μείνει είναι ενενήντα χρόνων μόνος και έρημος κανείς δεν ενδιαφέρεται για αυτόν έτσι θα πεθάνει και δεν θα τον πάρει χαμπάρι κανείς” εγώ δεν είχα να πω τίποτα δεν μπορούσα να ξεστόμισε κάτι, απλά άκουγα τον αέρα που ερχόταν από την παραλία και έδειχνε πως ο καιρός αλλάζει, άκουγα και αυτές τις άγριες ιστορίες και αγριεύτηκα λίγο.
“Αύριο λένε χαλάει ο καιρός, θα έχουμε φουρτούνα” λέει ο κυρ Βαγγέλης και κοιτάζει το στο βάθος στο σκοτάδι τις παραλίας, έχει βραδιάσει για καλά, “ άμα είναι από αύριο άστον να χάλασε, εμείς να μπορέσουμε να κοιμηθούμε καλά και αύριο ας κάνει οτι θέλειι” μιλάμε αφηρημένα και γενικόλογα. Μόλις είχε έρθει και η Κατερίνα με την κυρία Άννα από την παραλία, η Κατερίνα έρχεται χαρούμενη, απ ότι φάνηκε εγώ έπαιζα τον ρόλο του ψυχαναλυτή στον κυρ Βαγγέλη και η Κατερίνα στην κυρία Άννα, Κώστα, απευθύνεται σε μένα η Κατερίνα, “δεν ξέρεις τι όμορφα είναι στην παραλία, έχουν μείνει μερικές σκηνές και έχουν ανάψει φωτιές και είναι υπέροχα”.
Ο Βαγγέλης έχει όρεξη να πει, είχε διαμορφωθεί ένα κλίμα κατάλληλο, πρέπει να ένιωθε και ο ίδιος καλά μαζί μας, δεν είχε και δουλειά και βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει ο καημένος να μου πει τον πόνο του, “μια ζωή δουλειά Κώστα και τίποτε άλλο, είχα και δικό μου νταμάρι που έβγαζα πέτρα Καρυστινη, δουλειά ασταμάτητα μέρα νύχτα, να σηκώνω της πέτρες στα χέρια εκατοντάδες κιλά, και να μαζεύουμε τις ελιές και να κάνεις και χωράφι, και το βράδυ να έχεις δυο ώρες με τα μουλάρια δρόμο για το χωριό” πετάγεται η Άννα και συμπληρώνει, “και εσείς να είσαστε ανεβασμένοι επάνω στα μουλάρια και οι γυναίκες να έρχονται στα πόδια, δεν το λες αυτά τα ξέχασες” κανείς δεν μιλάει, όλοι έχουμε βυθιστεί στις σκέψεις μας ο καθένας στις δικές του, “άντε για μας, η τελευταία ρουφηξιά” ο κυρ Βαγγέλης απευθύνεται σε μένα,
“εσύ Κώστα θα έχεις ταξιδέψει πολλή έτσι;” το ερώτημα του Βαγγέλη με ξάφνιασε, δεν ήθελα να του πω πως είναι η ζωή μου, γιατί σίγουρα θα των στεναχωρούσε, σίγουρα το υποψιάζεται, αλλά δεν ήθελα να του πω κάτι που θα τον στεναχωρούσε, άκουγε και η κυρία Άννα, η απάντηση μου ήταν λίγο διπλωματική, “μπα μη νομίζεις με τον φίλο μου που κάνουμε καμία τρέλα με τα Ποδήλατα μόνο διαφορετικά και εγώ τίποτα, άστα” μιλούσαμε έτσι σαν φίλοι που είχανε να βρεθούν από καιρό και τα λέγανε πίνοντας τσίπουρο, ήταν κάτι που μας ευχαριστούσε και τους δύο, ήταν ένα μοναδικό βράδυ, μία υπέροχη στιγμή να γνωρίζεις τέτοιους ανθρώπους ειλικρινής, τίμιους, να σου ανοίγουν την καρδιά τους σαν ανοιχτώ βιβλίο, χωρίς φτιασίδια και συστολές, καληνυχτίσατε και φύγαμε για την παραλία.
Τα λίγα παιδιά που ήταν εκεί στην παραλία είχαν στύση ένα μικρό γλέντι για να σπάσουν την αγριάδα τις βραδιάς, το διαφορετικό ήταν πως η θάλασσα ήταν λίγο περισσότερο αγριεμένη από χτες, μπήκαμε στην σκηνή μας και αφεθήκαμε να κοιτάζουμε τον ουράνιο θόλο αμίλητη. Όταν ξυπνήσαμε το τοπίο είχε αλλάξει η θάλασσα ήταν αγριεμένη τα κύματα τεράστια, η φύση άρχισε να δείχνω το άγριό της πρόσωπο μαζέψαμε τα πράγματα μας και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε για το βουνό που θα μας οδηγήσει στην Κάρυστο,
Κώστας Στουμπιάδης
1/8/2017 ημέρα Τρίτη





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου