Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Ήταν ένα χαμογελαστό παιδί ο Περικλής

Ήταν ένα χαμογελαστό παιδί ο Περικλής 


Εκεί στον “Ήφαιστο” 
σε αυτή την νυχτερινή σχολή 
γνώρισα ένα χαμογελαστό παιδί ......

Ο Περικλής όπως τον γνώρισα 
Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

Στη νυχτερινή σχολή “Ηφαιστος” είχα γνωρίσει ένα μικρούλι, γεροδεμένο παιδί και πάντα χαμογελαστό, τον Περικλή. Με τον καιρό κατάλαβα ότι ήθελε έναν μεγάλο αδελφό, έναν καθοδηγητή, έναν φίλο. Παιδί από “διαλυμένη οικογένεια” έψαχνε την φιλία και την συντροφιά σε αλητοπαρέες που τον είχαν οδηγήσει από την μία κλοπή στην άλλη. Μπουκαρίσματα σε πλούσιες βίλες με σκοπό να αποσπάσουν τα χρηματοκιβώτια τους και να τα πήγαιναν στη Πάρνηθα, καταλήγοντας να τα κοπανάνε με βαριοποσύλες προκειμένου να ανοίξουν, μια και δεν είχαν άλλον τρόπο. Μέσα του δεν το ήθελε, δεν του πήγαινε..... άλλα ήθελε την παρέα τους και δεν είχε βρει και τίποτα καλύτερο.
Ήταν πολύ γεροδεμένο παιδί μπορούσε με μία μπουνιά να κατεβάσει έναν γορίλα, άλλα του έλειπε η τρυφερότητα, η πραγματική φιλία, ένας μεγάλος αδελφός, ένα πρότυπο αξιοπρέπειας μια και ο πατέρας του απ ότι φάνηκε λόγο τής “απόστασης” δεν μπορούσε να παίξει αυτόν τον ρόλο. Κάθε απόγευμα μ' αυτό το ρωμαλέο παιδί ήμασταν μαζί. Πραγματικά  ήταν ικανός να κάνει ότι του έλεγα. Για πρώτη φορά στην ζωή μου συνέβαινε κάτι τέτοιο, ένας άνθρωπος να με ακολουθεί και να θέλει να υποστηρίξει ότι έλεγα εγώ. Ήταν ικανός να σκοτώσει άνθρωπο εάν κάποιος με απειλούσε, στην αρχή δεν είχα καταλάβει την πλήρη αφοσίωση του, το δέσιμο του μαζί μου ήταν μεγάλο.

Εκείνο το διάστημα κάναμε συγκεντρώσεις στο πολυτεχνείο για τα ζητήματα της σπουδάζουσας νεολαίας και πάντα τον είχα μαζί μου, ήθελε να βρει μία κοπέλα να ακουμπήσει επάνω της, να δείξει την αγάπη του, να τον αγαπήσουν και εκείνον πραγματικά, το είχε ανάγκη. Με έβλεπε  να μιλάω με κορίτσια που δεν είχα καμία άλλου τύπου σχέση μαζί τους και νόμιζε ότι τα είχα με όλες. Με παρακολουθούσε όπως παρακολουθεί  το μωρό την μητέρα του, αντέγραφε ότι κινήσεις έκανα, το πως μιλούσα, το πως κόλλαγα στις κοπέλες, τον τρόπο που έκανα τοποθετήσεις στις συνελεύσεις.......μου φαίνεται πως με είχε αντιγράψει σχεδόν σε όλα!

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Ο Θείος “Κώστας”

        Ο Θείος “Κώστας”

          Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

  Ο Κώστας ήταν ο γιος της γιαγιάς Ελένης, ήταν ένα παιδί  μεγαλύτερο από εμένα κατά 8 χρόνια, μα  εκείνα τα χρόνια η διαφορά αυτή μου φαινόταν τεράστια. Ο Κώστας ήταν ήδη στην εφηβεία,  τον έχω στο μυαλό μου  με τους συνομήλικους φίλους του να οργανώνει πάρτι κάθε Σάββατο βράδυ. Είχε συνέχεια κρυφές συναντήσεις και κουβέντες  με την εγγονή της Γιατρά, της ιδιοκτήτριας του σπιτιού, όπου εκείνο το καλοκαίρι  κρατούσε ένα δωμάτιο προκειμένου να κάνουν διακοπές στο ''ονειρεμένο '' Ηράκλειο.

        Κάθε Σάββατο λοιπόν οργάνωναν πάρτι, ένας καινούργιος θεσμός για τα ήθη της εποχής, έτσι κάποιο Σάββατο και εγώ ήμουν παρών σε ένα τέτοιο πάρτι, το πρώτο πάρτι της ζωής μου και βέβαια που αλλού θα γινόταν  πέρα από την υπέροχη βεράντα που σας έχω περιγράψει παραπάνω, με τα άσπρα και μαύρα πλακάκια.

        Μόλις σουρούπωσε τα παιδιά είχαν οργανώσει τα φωτιστικά, εφέ,  χαμηλά χρωματιστά φώτα, ιταλική μουσική και τα καινούργια μουσικά ρεύματα, την λεγόμενη τότε Rock, κάτι ανάμικτο με ρυθμούς λάτιν, θυμάμαι ένα τραγούδι την Μαλαγκένια  με κυρίαρχο μουσικό ρεύμα  το “rock end roll”  “woole bulle” και συχνά ακουγόταν ο Έλβις,  όσο για τους  Βίτλις ήταν ακόμα άγνωστοι στο νεανικό κοινό εκείνης της εποχής και για ποτό μόνο Βερμούτ ένα καινούργιο ποτό πού ήταν της μόδας το οποίο  πήγαινε με την μουσική.

        Γύρω-γύρω από την βεράντα καρέκλες, τα παιδιά άρχισαν να έρχονται, και δειλά-δειλά άρχισαν να χορεύουν σε ζευγάρια, καινούργιες κινήσεις περίεργοι χοροί όλα ήταν καινούργια και εντυπωσιακά στα μάτια ενός 8χρονου αγοριού, μα πιο εντυπωσιακό ήταν ότι μετά το πάρτι κατά ζευγάρια τα παιδιά συζητούσαν χαμηλόφωνα και κατά διαστήματα γέλαγαν, μιλούσε ο ένας στο αυτί του άλλου και πάλι γελούσαν.

       Ένα είναι βέβαιο ότι ο Κώστας με τους φίλους του εκείνο το βράδυ δεν μας άφησαν να κοιμηθούμε μέχρι το πρωί με τα χαχανητά τους και τις ακαταλαβίστικες πονηρές κουβέντες τους

“Ο Πατέρας μου και η Μητέρα μου”

  Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη


 “Ο Πατέρας μου και η Μητέρα μου”
Ο πατέρας μου εκείνο τον καιρό δούλευε από εδώ και από εκεί δεν είχε μία σταθερή δουλειά, ήταν η βασική επιδίωξη όλων των εργατών εκείνη την εποχή ήταν να έχουν μια σταθερή δουλειά, ο πατέρας μου εκείνη τη χρονική στιγμή δούλευε στα πλαστικά Δρακοπούλου, όπου βρισκόταν επί της Λεωφόρου Ηρακλείου, στο σημερινό ΙΚΑ. Μαζί με την μητέρα μου, το πρωί είχε βάρδια η μητέρα μου και το βράδυ εκείνος, προτιμούσε να δουλεύει βράδυ γιατί το βραδινό μεροκάματο πληρωνόταν καλύτερα.

Μία ημέρα μου είπε η μάνα μου ότι εκείνο το πρωί στην δουλειά είχε μπορέσει να κρύψει στα συρματοπλέγματα ένα μεγάλο κομμάτι ύφασμα προκειμένου να μου φτιάξει ένα παντελόνι, αλλά φοβόταν να πάει μόνη της, έτσι μου πρότεινε να πάμε μαζί να το πάρουμε το βράδυ. Έτσι και έγινε, το βράδυ σαν τους κλέφτες ξεκινήσαμε περπατώντας από το σπίτι μας που βρισκόταν στην περιοχή της γέφυρας της Φιλοθέης και σιγά-σιγά φτάσαμε έξω από τα συρματοπλέγματα της επιχείρησης, στην Λεωφόρο Ηρακλείου, ψάχνοντας στα τυφλά τελικά βρήκαμε το περιβόητο κομμάτι υφάσματος και επιστρέψαμε στο σπίτι.

 Έτσι με αρκετό κόπο και την ιδιαίτερη ικανότητα που είχε η μητέρα μου η οποία γνώριζε από παιδί την τέχνη της μοδιστρικής, μου έφτιαξε ένα πολύ ωραίο παντελόνι και έμεινε και ύφασμα και για άλλες εργασίες. Ήταν τέτοια η φτώχεια και η δυσκολίες που περνούσαν οι οικογένειες εκείνη την εποχή, που για ένα κομμάτι ύφασμα διανύαμε χιλιόμετρα προκειμένου να καλύψουμε βασικές μας ανάγκες όπως την ένδυση τις βασικές μας ανάγκες δηλαδή,

Ο πατέρας μου στην προσπάθεια του να είμαστε αυτάρκεις και οικονομικά ανεξάρτητοι, όσο αυτό μπορούσε να είναι δυνατών είχε αρχίσει να εκτρέφει κουνέλια, κότες και απ' ότι νομίζω και πάπιες, ωστόσο τα κουνέλια πλήθαιναν και ναι μεν μπορούσαμε να καλύψουμε τις διατροφικές ανάγκες σε κρέας της δικής μας οικογένειας και της οικογένεια της γιαγιάς Ελένης, αλλά τα κουνέλια πλήθαιναν και έπρεπε συχνά να επεκτείνουμε τους χώρους που τα είχαμε συγκεντρωμένα. 

Το «σπίτι της Γιατράς»

Το «σπίτι της Γιατράς»  

Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

  Οι ανάγκες της οικογένειας μεγάλωναν και ήταν αδύνατον να χωρέσουμε σε ένα τόσο μικρό δωμάτιο με μια μικρή κουζίνα έξω από αυτό. Έτσι βρήκαμε ένα σπίτι κοντά στη περιοχή των Ανθρακωρύχων που μας χώριζε μία γέφυρα, της οδού Φιλοθέης. Το σπίτι αυτό συνόρευε με την γέφυρα και από την μία πλευρά του είχε ένα  τεράστιο  κτήμα όπου είχε πολλές φιστικιές, αχλαδιές, συκιές και άλλα δένδρα μα τα περισσότερα ήταν φιστικιές Αιγίνης, το σπίτι αυτό ήταν η παραθεριστική κατοικία της οικογένειας των Γιατρά, έφευγαν από την Κολιάτσου και παίρνοντας το τραίνο ερχόντουσαν στο Ηράκλειο και πέρναγαν τις  καλοκαιρινές τους διακοπές.  Τα πράγματα και η συνήθειες άλλαξαν οι μεσοαστοί του κέντρου της Αθήνας έχοντας πια αποκτήσει ένα αυτοκίνητο διεύρυναν τις μετακινήσεις τους και μπορούσαν να πάνε στο εξοχικό τους πια, σε κάποια μακρινή, για τα δεδομένα της εποχής,  παραλία της Αττικής π.χ Ραφήνα, Νέα Μάκρη, Λαγονήσι, έτσι το σπίτι αυτό έπαψε να αποτελεί την αποκλειστική εξοχική κατοικία τους. Βέβαια  για μερικά χρόνια αποτελούσε για τα εγγόνια τους εξοχικό προορισμό και έτσι κρατούσαν κάποιο χώρο για αυτά  σε περίπτωση που αποφάσιζαν να τους επισκεφθούν.

Το εν λόγο σπιτάκι είχε ένα μικρό καμαράκι οπού εμείς το μετατρέψαμε σε κουζίνα,  ο δε ''καμπινές''  ήταν έξω και μακριά από τους κατοικήσιμους χώρους.  Δίπλα από το κουζινάκι μας είχαμε ένα πηγάδι μεγάλο όπου από κεί αντλούσαμε νερό για τη λάτρα του σπιτιού, δίπλα στο πηγάδι είχε μία στέρνα για συγκέντρωση νερού και πλύσιμο ρούχων και άλλων χρήσεων,  δίπλα στον “καμπινέ” ήταν δύο μικρά καμαράκια και παρά δίπλα ένα μεγάλο κτίσμα που λειτουργούσε σαν αποθήκη, τον περισσότερο καιρό παρέμενε κλειστό. Στην σκεπή του την είχαν κάνει φωλιά τα άγρια πουλιά. Το πιο όμορφο μέρος αυτού του σπιτιού ήταν η βεράντα, μια βεράντα φανταστείτε στο μέγεθος ενός δωματίου, χωρίς τοίχους, σκεπαστή από την ίδια οροφή του υπόλοιπου σπιτιού κάτω το πάτωμα ήταν στρωμένο με ένα παλιό ασπρόμαυρο πλακάκι, τριγύρω απλωνόταν ένας απέραντος κήπος.

Προφήτης Ηλίας

Προφήτης Ηλίας 

Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Κώστα Στουμπιάδη

 Προφήτη Ηλίας,  ένα δωμάτιο, ίσα που χώραγε ένα κρεβάτι, των γονιών μου, και ένα μικρό, το δικό μου όπου έπαιζε και το ρόλο μπαούλου ώστε να αποθηκεύουμε τα χοντρά ρούχα της οικογένειας και δίπλα μια μικρή κούνια, του αδελφού μου πού άρχισε να μεγαλώνει σιγά σιγά, ένα κεντρικό τραπέζι που γύρο από αυτό μαζευόταν η οικογένεια, η  κουζίνα και ο «καμπινές» (έτσι λέγαμε τότε το μπάνιο)  ήταν προφανώς έξω.

      Τα  «καμαράκια του Μαμάη», έτσι έλεγαν τον ιδιοκτήτη της κάμαρης  που είχαμε για σπίτι. Αυτά τα καμαράκια ήταν μικρά, στην σειρά ένα γύρο από την αυλή και σε κάθε καμαράκι έμενε και μία οικογένεια. Αποτελούσε την πιο σύγχρονη έκδοση του προηγούμενου μαχαλά που ζούσαμε,  καθώς το ταβάνι δεν ήταν από τσίγκο αλλά από κεραμίδι, κανονικό και η κουζίνα δεν ήταν μια αυτοσχέδια γωνιά του σπιτιού αλλά ένας εξωτερικός, ξεχωριστός χώρος που τον χρησιμοποιούσαμε για μαγείρεμα.  Ήταν ο χώρος που θα μάθω την πιο συγκλονιστική είδηση της ζωής μου, όσο για την οικογένεια του κ Μαμάη, αυτή είχε σπίτι (κανονικό)  δηλαδή σαλόνι τραπεζαρία με εσωτερικό μπάνιο, ανήκουστο για εκείνη την εποχή.

           Μαζί με την μητέρα μου και τον μικρό μου αδελφό συχνά πηγαίναμε στην Αθήνα, στην πορεία έμαθα ότι αυτές οι συχνές επισκέψεις στο κέντρο, απώτερο σκοπό είχαν τα Νοσοκομεία. Ωστόσο εκείνο που τράβηξε το παιδικό μου ενδιαφέρων και θα μείνει ανεξίτηλο στην μνήμη μου, ήταν όταν είδα για πρώτη φορά στο «κουζινάκι»  μας, τη μάνα μου να κλαίει πάνω από την κατσαρόλα μαγειρεύοντας και ανακατεύοντας το φαγητό, φορούσε  θυμάμαι μία φούστα από αυτές πού έχουν πολλές πιέτες, τότε ήταν της μόδας, την κρατούσα από την φούστα την οποία σχεδόν τραβούσα και την ρώτησα επίμονα: «μαμά γιατί κλαις;» και η απάντηση της ήταν: «τίποτα παιδί μου ο Βαγγέλης είναι λίγο άρρωστος».

Μια απάντηση που θα την θυμάμαι σε όλη  μου την ζωή. Από τότε αρχίζει ο «Γολγοθάς» της μάνας μου και του πατέρα μου, οποίος κράτησε μέχρι την ημέρα πού πέθανε ο Βαγγέλης μας. Από την ημέρα που μάθαμε για την αρρώστια του αδερφού μου, η μάνα μου άρχισε να μου μεταθέτει ένα μικρό βάρος της, λέγοντας μου πάντα: «Κώστα το νου σου στο παιδί». Καθώς για όλη την οικογένεια μας ο Βαγγέλης, μέχρι τη στιγμή που τον χάσαμε ήταν πάντα ένα «παιδί», με την έννοια ότι ήταν ένας άνθρωπος που πάντα έχαιρε μίας ιδιαίτερης  προσοχής και φροντίδας.

Το σπίτι τής Ρένας

“a caza d irene”

        Απόσπασμα από την Αυτοβιογραφία του Κώστα Στουμπιάδη

“a caza d irene”  Η επίσκεψη στο Ηράκλειο εκείνη την εποχή από το κέντρο της Αθήνας για παρέες και
πολίτες που δεν είχαν αυτοκίνητο έμοιαζε με μία μακρινή εκδρομή, άλλα το τραίνο την έκανε εύκολη
και επισκέψιμη περιοχή, έτσι μία Κυριακή πρωί βλέπουμε μία ομάδα νέων παιδιών με τα φαγητά τους,
και ένα φορητό τους πικάπ με μπαταρίες,

κάτι άγνωστο για τα παιδιά της περιοχής του τότε Ηρακλείου
σαν συνήθεια, μια ανάγκη που για μας που ζούσαμε καθημερινά στους αγρούς μας ήταν άγνωστη,
απλώνουν τις πετσέτες τους και  ξαπλώνουν επάνω στα χόρτα, μπροστά στην διασταύρωση
της οδού Φιλοθέης και της σημερινής Μαρίνου Αντίπα, στο σημείο που σήμερα δεν μπορείς να
σταθείς από το θόρυβο των αυτοκινήτων, τότε ακόμα τον δρόμο τον διαμόρφωναν οι σιδηροδρομικές
γραμμές του τραίνου που πήγαινε στο Λαύριο, ακριβώς στο τέλος τής γέφυρας της Φιλοθέης
επάνω στον δρόμο απλώνουν τα φαγητά τους επάνω στο γρασίδι και στα χαμομήλια που
μοσχοβολούσαν από την πρωινή δροσιά  και να αρχίζουν να παίζουν μπάλα, να παίζουν παιχνίδια να
μαζεύουν λουλούδια να κάνουν βόλτες ανάμεσα στςης φιστικιές, και στο πικάπ να παίζει το
καινούργιο σουξέ της εποχής του Νico Fidenco  “a caza d irene”. 

Για πρώτη φορά ερχόμαστε σε επαφή με τα παιδιά του κέντρου τής Αθήνας και με τις συνήθειες τους, ερχόμαστε σε επαφή με μια άλλη κουλτούρα από την δική μας στην “επαρχεία του Ηρακλείου”, πρώτη φορά βλέπαμε με πικάπ με μπαταρίες, και ακούγαμε  ιταλική μουσική, για μάς η συνήθεια της εκδρομής ήταν κάτι το άγνωστο εκείνη την εποχή. Άγνωστα πράγματα για την εποχή μας και για της τότε  συνήθειές μας, χαζεύαμε αυτά τα παιδιά τα οποία μας εξηγούσαν τα λόγια του τραγουδιού και ονειρευόμαστε το σπίτι της Ρένας.

Σιγά σιγά ο ήλιος άρχισε να δύει και το απόγευμα τα παιδιά μάζεψαν όλα τους τα πράγματα τους το πικ απ και  έφυγαν για την Αθήνα, ξαφνικά νιώσαμε ένα καινό μια ησυχεία μια μοναξιά που μας πλάκωσε την ψυχή τελείωνε και η Κυριακή και αύριο θα είχαμε σχολείο.

Μες στο σκοτάδι συνεχίσαμε να παίζουμε στο απέραντο κτήμα της Γιατράς με τις φιστικιές, τα ξεχάσαμε όλα και ξανά μπήκαμε στον ρυθμό μας.

Το ποδήλατο μου

Το ποδήλατο μου 

 Απόσπασμα από την Αυτοβιογραφία του Κώστα Στουμπιάδη

Ένα κουρσάκι μάρκας pezo Εκείνο τον καιρό ήθελα απεγνωσμένα ένα ποδήλατο και το ζητούσα από τον πατέρα μου, θα έχουν περάσει από τότε 45 χρόνια, έξω από το μαγαζί του Σαβίδη, επί της οδού Βυζαντίου, απέναντι από το Πέτρινο Σχολείο ήταν ένα  ποδήλατο “κουρσάκι” μάρκας pezo μόλις το αντίκρισα,  εντυπωσιάστηκα και ρώτησα  την τιμή του, 2.500 χιλιάδες δραχμές, τότε ήταν ένα μεγάλο και σημαντικό ποσόν.

Το ζήτησα από τον πατέρα μου ο οποίος μόλις άκουσε την τιμή μόνο που δεν έβαλε τις φωνές από την απαίτηση μου, εγώ ήμουν ανένδοτος, το έβλεπα στον ύπνο μου και στο ξύπνιο μου, το μυαλό μου συνέχεια ήταν εκεί. Μία μέρα ο πατέρας μου έφερε στο σπίτι μας ένα κλασικό ποδήλατο, μα πολύ κλασικό, το αγάπησα θέλοντας και μη,  με αυτό έκανα τις βόλτες μου στην περιοχή πήγαινα, για ψώνια και θελήματα. Μα το όνειρο μου για ένα “κουρσάκι” παρέμενε ανεκπλήρωτος πόθος,

 προσπάθησα να τον πραγματοποιήσω όταν έγινα  είκοσι επτά  ετών, μα και πάλι στάθηκα άτυχος μια και μου το έκλεψαν, θα έπρεπε να περάσουν 45 χρόνια για να ξαναπάρω ένα ποδήλατο κούρσα όπως το ήθελα,  για τρίτη φορά,  ελπίζοντας ότι αυτή  θα σταθώ πιο τυχερός και δεν θα μου το πάρει κανείς. Έτσι  λοιπόν ένα όνειρο υλοποιείται μετά από σαράντα πέντε χρόνια καθυστέρησης, έστω και αργά το χαίρομαι, σκέφτομαι ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να υλοποιήσουν ποτέ τα όνειρα τους, ενώ εγώ τουλάχιστον το υλοποίησα έστω και καθυστερημένα.